Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παραδοσιακά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παραδοσιακά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Βάφω κόκκινα αυγά με φυσική βαφή!

Τα παλιότερα χρόνια που δεν υπήρχαν χημικά χρώματα, χρησιμοποιούσαν βαφές από την φύση κυρίως από τα φυτά για να δώσουν χρώματα στα υφάσματά και τα αντικείμενά τους.
Αυτή η μέθοδος και η τεχνική δυστυχώς έχει ξεχαστεί και χαθεί στις ημέρες μας.
Δεν θα ασχοληθώ εδώ ούτε με τον τρόπο βαφής υφασμάτων, ούτε με πολλά χρώματα ίσως το κάνω κάποια άλλη στιγμή. Επειδή πλησιάζει το Πάσχα και ξέρω πολλοί από εσάς θέλετε βάψετε τα αυγά σας με φυσική βαφή θα σας παρουσιάσω τον πιο απλό, εύκολο και φτηνό τρόπο που έβαφαν τα αυγά τους τα παλιά χρόνια.
Οι αποχρώσεις που μπορείτε να βάψετε τα αυγά σας είναι πορτοκαλί, κόκκινο και βαθύ σκούρο κόκκινο, αναλόγως τις προτιμήσεις σας.

Τρόπος βαφής

Σε μια μεγάλη κατσαρόλα που συνήθως χωράει 12-20 αυγά άνετα, για να μη χτυπάνε μεταξύ τους στο βρασμό, προσθέτουμε τόσο νερό ώστε να σκεπάζει καλά τα αυγά (1-2 δάχτυλα πιο πάνω είναι απαραίτητο γιατί πρέπει να υπολογίσουμε και το νερό που θα εξατμιστεί με το βρασμό). Καθαρίζουμε με ένα πανάκι που έχει ξύδι τα αυγά μας και τα τοποθετούμε στην κατσαρόλα με το νερό μας. Τα αυγά και το νερό μας πρέπει να είναι σε θερμοκρασία δωματίου. Προσθέτουμε ένα φλιτζανάκι ξύδι στο νερό μας και τις εξωτερικές φλούδες από 10 μεγάλα κρεμμύδια. Δεν χρειάζεται να ξεφλουδίσουμε με μαχαίρι τα κρεμμύδια γιατί χρησιμοποιούμε μόνο τις εξωτερικές φλούδες από αυτά. Ανάβουμε την φωτιά στην κουζίνα μας όχι στο τέρμα αλλά περίπου στην μέση. Δεν θέλουμε να βράζει και να κοχλάζει πολύ το νερό μας γιατί θα χτυπιούντε περισσότερο τα αυγά μας με αποτέλεσμα να κινδυνεύουν να σπάσουν.

Από τη στιγμή που θα αρχίσει να κοχλάζει το νερό μας πρέπει να το αφήσουμε να βράζει για 20-30 λεπτά μέχρι να γίνουν και τα αυγά μας εσωτερικά. Το χρώμα τους στο τέλος του βρασμού θα έχει γίνει κόκκινο. Αν θέλουμε να γίνει σκούρο κόκκινο μπορούμε να τα αφήσουμε για 10-20 λεπτά ακόμη, αφού σβήσουμε την φωτιά μας. Τα αυγά συνεχίζουν να παίρνουν πιο έντονο χρώμα μέσα στο ζεστό νερό. Όταν πάρουν το χρώμα που θέλουμε τα βγάζουμε από το νερό και τα αφήνουμε να στεγνώσουν.
Τέλος τα τρίβουμε με ένα πανί που έχουμε βάλει λάδι για να γυαλίσουν και να πάρουν πιο έντονο χρώμα. Την ίδια διαδικασία κάνουμε και για πορτοκαλί χρώμα, απλώς βάζουμε λιγότερες φλούδες από κρεμμύδια στο νερό μας.

Σας παραθέτω μερικές φωτογραφίες από τις δοκιμές που έκανα σε λίγα αυγά με την φλοίδες του κρεμμυδιού.




Φυσικά και μπορούμε να κάνουμε και σχέδια στα αυγά μας με διάφορα φυλλαράκια αρκεί να είναι πλατιά, τυλίγοντάς τα με τούλι.
(Σχόλιο τροφής: εμείς τα τυλίγαμε σε καλτσόν, που έχει ελαστικότητα και εφάρμοζε/στερεωνόταν πολύ καλλίτερα!)



Στην ακόλουθη φωτογραφία βλέπετε την διαφορά χρώματος της φυσικής βαφής με κρεμμύδια και βαφής του εμπορίου (με τα κρεμμύδια είναι τα πιο σκουρόχρωμα).


Πηγή: www.ftiaxno.gr

Και μία πολύ εντυπωσιακή ιδέα, είναι να κάνετε τα σχέδια των αυγών σας με παλιά σεμεδάκια, όπως φαίνεται παρακάτω: 



MΠΟΤΣΙΚΙΑ Ή ΣΚΥΛΟΚΡΕΜΜΥΔΑ



Το σκυλοκρέμμυδο, κρεμμύδα ή μπότσικα, σκίλλα η σχινοκέφαλος,(Scilla maritima ή urginea maritima): Είναι ένα γνωστό και συνηθισμένο φυτό στην Ελλάδα. 

Φυτρώνει κυρίως σε αγρούς, δάση και βράχια και μοιάζει με μεγάλο κρεμμύδι. Τα φυτοφάγα ζώα δεν το τρώγουν διότι έχει πικρή γεύση και περιέχειδηλητήριο, το οποίο μπορεί από μια απλή επαφή να προκαλέσει δερματικό ερεθισμό. 
Δεν χρήζει ιδιαίτερης καλλιέργειας και φροντίδας, διότι έχει μεγάλη ανθε-κτικότητα σε οποιαδήποτε κλιμα-τολογική συνθήκη που επικρατεί στις παραμεσόγειους χώρες.
 Έχει την δυνατότητα ακόμη κι αν το ξεριζώσεις τελείως από τη γη και να το κρεμάσεις, δεν παύει ν’ αναπτύσσεται κανονικά και να βγάζει νέα φύλλα, ακόμη και άνθη.

Η ΣΥΝΤΑΓΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΕΡΚΥΡΑΙΚΗ «ΣΥΚΟΜΑΪΔΑ»

Μαγίς είναι αρχαία ελληνική λέξη και σημαίνει γλύκισμα -ζύμη 

Για 6 συκομαίδες σε μέγεθος μπιφτεκιού


ΥΛΙΚΑ: Τα υλικά είναι όλα στο περίπου
Σύκα ώριμα 2 κιλά (ότι σύκα και να είναι…αν υπάρχουν διάφορα δεν πειράζει)
Σταφύλια 2-3 κιλά.
Πιπέρι μαύρο τριμμένο 2 κουταλιές
Ούζο 6 κουταλιές γεμάτες
Λικέρ μαστίχα 6 κουταλιές
Γλυκάνισο 2 κουταλίτσες
Καρύδια τριμμένα μπορείς να βάλεις ,όμως υπάρχει κίνδυνος να σου ταγγίσουν οι συκομαίδες μετά από ένα περίπου χρόνο) εμείς δεν βάζουμε.


ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ Α!...


...Κόβουμε και αφαιρούμε την κορυφή του σύκου εκεί που είναι το μικρό σκληρό κοτσάνι.
Κρατάμε το σύκο με την κορφή προς τα πάνω, κάνουμε με το μαχαίρι ένα νοητό σταυρό και το κόβουμε στα τέσσερα (χωρίς να το χωρίσουμε)
Ανοίγουμε με τα δάχτυλα το σύκο ,ώστε να ανοίξει καλά η επιφάνεια του.

Βάζουμε τα σύκα απλωμένα σε σανίδες στον ήλιο αφού τα σκεπάσουμε με τούλι για την ασφάλεια από τα έντομα. Για μία εβδομάδα περίπου, ανάλογα με τη ζέστη που έχουν οι ημέρες, ώστε να φύγουν τα υγρά. Να τα γυρίζουμε και από την ανάποδη. Τα βράδια να τα μπάζουμε μέσα στο σπίτι για να μη τραβήξουν υγρασία.
Αφού στεγνώσου καλά-καλά! με τον ήλιο και μοιάζουν σαν ξερά, τα βάζουμε σε ταψί και μέσα στο φούρνο για λίγο ,για μια σχετική απολύμανση (προσοχή!!!!!! να μη μας ξεραθούν πολύ στο φούρνο!!!!)
Μετά τα κόβουμε σε μικρούτσικα κομματάκια στο μέγεθος του μικρού νυχιού…περίπου! (αυτά εν παρενθέσει: προσοχή δεν τα αλέθουμε σε μύλους όπως κάνουν οι μεγάλοι και μοντέρνοι παραγωγοί και τα «σκατώνουν»με το μεγάλο συγνώμη !!! βγάζοντας τα και στην αγορά!!!!!!!!!
Το κόψιμο γίνεται με μαχαίρι ή με ψαλίδι (Εμείς τα κόβουμε με ψαλίδι είναι πιο εύκολο και πρακτικό)
Στύβουμε το σταφύλι με το χέρι και παίρνουμε το ζουμί του (το μούστο)


ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ Β!


Βάζουμε σε μία λεκάνη όλα τα υλικά. Τα πλάθουμε με το χέρι ώστε να γίνουν όλα ένα σώμα και να τραβήξουν τα κομμένα σύκα όλο το μίγμα .
Προσοχή να μη γίνει το μείγμα αραιό. Να είναι όπως το μίγμα από τους κεφτέδες ή το μπιφτέκι.
Το αφήνουμε για μια μέρα περίπου για να τραβήξει καλά.
Μετά πλάθουμε το μίγμα όπως στο μέγεθος και το σχήμα του μπιφτεκιού περίπου . Έτσι λίγο πλακουτσωτά.
Τα τυλίγουμε με φύλλα συκιάς και τα δένουμε με απλό σπάγκο.
Τα βάζουμε πάλι στο φούρνο για πολύ λίγο .
Και τώρα κάτσε φάε
Σερβίρεται, αφού ανοίξουμε και πετάξουμε τα φύλα ,την κόβουμε με το μαχαίρι σε κομματάκια και τα βάζουμε στη μέση του τραπεζιού σε πιάτο με πιρουνάκια.
Οι παλιοί μας άνοιγαν την συκομαίδα το πρωί μετά την εκκλησία .Του Χριστού, την πρωτοχρονιά , των Φώτων και του Αγίου Σπυρίδωνος.
Συνοδεύεται και με ούζο.

Και προσοχή μη χαλάσετε ορές το άθυμο μας και πάρετε σύκα ξερά από αυτά που είναι σε τσαπέλες και τα αλέσετε σε μύλους για παραγωγή!!!!!!! και μετά στην αγορά για πούλημα ..Έτσι χάνεται η παράδοση και όποιος ξένος φάει δεν ξανατρώει. Εμείς εδώ στο σπίτι μου κερνάμε όλους τους φίλους θεσσαλονικείς και τρελαίνονται.!!!!!!!!!!!!!!! 


Του Γιάννη Καλαιτζόγλου


Mία δεύτερη συνταγή που βρήκα είναι η παρακάτω:


Συστατικά:

1kg ξηρά Σύκα

½ ποτ. Λικέρ Μαστίχας

½ ποτ. Ούζο

1 ποτ. Μούστο

1 ποτ. τριμμένο καρύδι

1 ματσάκι Μάραθο

2 κουτ. σούπας Πιπέρι μαύρο

Aπό 1 κουτ. σούπας:

Γλυκάνισο, Γαρύφαλλο, Κανέλλα

Συκόφυλλα και Σπάγκο



Εκτέλεση

Αν και η συκομαϊδα έχει μακρύ κατάλογο υλικών είναι πολύ εύκολη στην παρασκευή της.

Ψιλοκόβουμε τα σύκα με ένα μεγάλο μαχαίρι. Τα περιχύνουμε με λίγο ούζο και τα αφήνουμε για 15 λεπτά για να μαλακώσουν και να είναι πιο εύπλαστα.

Μέσα σε μια μεγάλη λεκάνη βάζουμε τα σύκα και τα πλάθουμε μόνα τους μέχρι να γίνουν ένα ομοιόμορφο μίγμα.

Ρίχνουμε μέσα όλα τα υλικά: τη μαστίχα, το ούζο, το τριμμένο καρύδι, το μάραθο, το πιπέρι, το γλυκάνισο, το γαρύφαλλο και την κανέλλα.

Ζυμώνουμε όλα τα υλικά για ώρα, ώστε να ανακατευτούν καλά. Δοκιμάζουμε λίγο από το μίγμα.

Αν θέλουμε προσθέτουμε λίγη ζάχαρη για να είναι η συκομαϊδα μας πιο γλυκιά.

Όταν η ζύμη είναι ομοιόμορφη αρχίζουμε το πλάσιμο. Παραδοσιακά, το σχήμα της συκομαϊδας είναι κυκλικό. Μπορούμε όμως να αυτοσχεδιάσουμε και να πλάσουμε τη ζύμη σε διάφορα σχέδια.

Αλείφοντας με μούστο την συκομαϊδα την κάνουμε πιο εύπλαστη και γυαλιστερή. Αφού πλάσουμε όλη τη ζύμη τυλίγουμε μία μία τις συκομαϊδες στα συκόφυλλα. Συνήθως είναι αρκετό ένα φύλλο από πάνω και ένα από κάτω. Για να την δέσουμε χρησιμοποιούμε σπάγκο, τον οποίο στριφογυρνάμε γύρω από τα φύλλα, για να κλείσει καλά και στο τέλος κάνουμε έναν κόμπο και κόβουμε τον σπάγκο που περισσεύει.

Η διαδικασία ολοκληρώνεται με το ψήσιμο της συκομαϊδας στον φούρνο, για δύο ώρες στους 50 βαθμούς κελσίου.


Πρέπει να ξέρετε:

Η συκομαϊδα είναι γλυκό, αλλά αποτελεί εξαιρετικό μεζέ για κάθε είδους αλκοόλ. Επίσης μην θεωρήσετε ότι αν ανοίξετε μια συκομαϊδα είστε υποχρεωμένοι να την φάτε όλη: είναι σχεδόν αδύνατον. Φυλάξτε την μέσα στα φύλλα της, ή σε ένα πλαστικό σακουλάκι. Είναι ένα γλυκό που παραμένει φρέσκο σε βρώσιμη κατάσταση έως και έναν χρόνο.

Επίσης μπορείτε να χρησημοποιήσετε διαφανή μεβράνη και να την διατηρήσετε στο ψηγείο.

Περί διατροφής των Αρχαίων Ελλήνων



Greek Vases - Ancient Greek Vases




Η αρχέγονη ανάγκη για διατροφή είχε μετατραπεί σε κεντρικό γεγονός με κοινωνικές και άλλες προεκτάσεις στην Αρχαίο Ελλάδα. Το ελαιόλαδο, το λαχανικό, τα φρούτα, τα καρυκεύματα, τα όσπρια και τα δημητριακό, τα κρέατα και βέβαια το ψάρι και το κρασί, όπως σήμερα και τότε αποτελούσαν τα κυρίαρχα συστατικά της γαστρονομίας.
ΤΗΣ ΑΜΑΛΙΑΣ ΗΛΙΑΔΗ



Το πρωινό.

Το πρωινό, το οποίο ονομαζόταν συνήθως «άριστον», αποτελείτο από ψωμί, («μάζα» από κριθάρι γιο το λαό, «άρτο» από σιτάρι γιο τους πλούσιους) βουτηγμένο σε ανέρωτο κρασί. Συνηθισμένες πρωινές τροφές ήταν επίσης τα ξερά σύκα, τα αμύγδαλα, τα καρύδια και οι άλλοι ξηροί καρποί. Το πρωινό ρόφημα ήταν ο «κυκεών», ένα μείγμα κρασιού, τριμμένου τυριού και κριθάλευρου, το γάλο κυρίως κατσικίσιο, καθώς και ένα είδος υδρομελιού που το παρασκεύαζαν από χλιαρό νερό και μέλι.

Τα γεύματα.
Συχνά, τα γεύματα ήσαν μόνο δύο. Το πρώτο απαρτιζόταν από ψάρια, όσπρια, ή πρόχειρα φαγητά όπως ψωμί, τυρί, ελιές, αυγά, ξηρούς καρπούς και φρούτα. Το βραδινό, το οποίο αποτελούσε και το κύριο γεύμα, ήταν αυτό του συμποσίου και της φιλικής συντροφιάς διότι στους αρχαίους Έλληνες δεν άρεσε να τρώνε μόνοι τους, η γενικά αποδεκτή άποψη ήταν ότι το να τρώει κανείς μόνος του δε σημαίνει ότι γευματίζει αλλά ότι απλά γεμίζει το στομάχι του.

                             ΤΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ 

Το Ελαιόλαδο.

Πολλά ευρήματα από ανασκαφές δείχνουν ότι η κατανάλωση του ελαιόλαδου ήταν ευρύτατα διαδεδομένη στην Αρχαία Ελλάδα. Έτσι έχουν κατά καιρούς βρεθεί άφθονοι ελαιοπυρήνες, δείγμα κατανάλωσης ελιάς και λαδιού, καθώς και πολλοί οπό τους λεγόμενους ψευδόστομους αμφορείς οι οποίοι χρησίμευαν κυρίως για την αποθήκευση λαδιού. Φημισμένο λάδι στην αρχαιότητα προερχόταν από τη Σάμο και την Ικαρία, ενώ η Αττική, σε αντίθεση με άλλα προϊόντα, ήταν όχι μόνο αυτάρκης αλλά και εξαγωγέας ελαιόλαδου και ελιών. 

Το κρασί.
Το κρασί ήταν ένα καθημερινό βασικό συστατικό στην διατροφή των Αρχαίων Ελλήνων, στην πραγματικότητα αποτελούσε μια οπό τις βασικές τροφές αφού ήταν μέρος του πρωινού αλλά και των υπολοίπων γευμάτων.

Τα ψάρια.
Ανέκαθεν οι Έλληνες έτρωγαν πολύ περισσότερα ψάρια οπό κρέας. Στην αρχαιότητα προτιμούσαν, όπως φαίνεται, κυρίως παχιά ψάρια, όπως: κολιός - σκουμπρί (σκόμβρος), σαρδέλα (σαρδίνι, τριχίς), γόπα (βοξ), μαρίδα (σμόρις) κ.α. 

ΛΕΤΡΤΟΙ ΚΟΒΟΥΝ ΚΡΕΑΣ ΣΕ ΜΕΡΙΔΕΣ

Τα κρέατα.

Γενικά, εκτός από τους ομηρικούς ήρωες και τα συμπόσια, η κρεατοφαγία περιοριζόταν στις δημόσιες και ιδιωτικές γιορτές.
Τα πουλερικά διαφόρων ειδών, τα κουνέλια, οι λαγοί, οι αγριόχοιροι, το αγριοκάτσικα, τα ελάφια και τα γνωστά κατοικίδια ζώα, αποτελούσαν τις κύριες πηγές κρέατος των αρχαίων Ελλήνων. Το μαγείρεμα γινόταν με διάφορους τρόπους, πιο συχνά, ψητά στο φούρνο ή στη σούβλα και βραστά με διάφορα λαχανικό και καρυκεύματα. 

Καθημερινή σκηνή σε κρεοπωλείο των Αθηνών. Ο κρεοπώλης τεμαχίζει κομμάτι κρέατος ενώ τον διευκολύνει ο βοηθός του. Από αγγείο του 6ου αι..

Όσπρια και δημητριακά.

Τα όσπρια και τα δημητριακά, αποτελούσαν διατροφική βάση για την πλειοψηφία των Ελλήνων οπό την αρχαιότητα. Τα κουκιά, τα λούπινα, τα μπιζέλια, τα ρεβίθια και τα φασόλια είναι μερικά από τα όσπρια που προτιμούσαν οι αρχαίοι Έλληνες. Τα δημητριακά χρησίμευαν κυρίως στην παρασκευή διαφόρων τύπων ψωμιού, έτσι παρασκεύαζαν ψωμί από κριθάρι, σιτάρι, κεχρί κ.ά 


Ο Τρυπτόλεμος ξεκινά από την Αττική για να διδάξει σε όλη τη γη την καλλιέργεια του σιταριού. Η Δήμητρα του προσφέρει το ποτό του αποχωρισμού. Από αγγείο του 5ου αι..
Λαχανικά - φρούτα - καρυκεύματα.

Τα λαχανικά και τα φρούτα ήταν ανέκαθεν πρώτα στις επιλογές των Ελλήνων. Άλλωστε, και στην Αρχαία Ελλάδα, υπήρχαν μερικοί όπως οι οπαδοί του Πυθαγόρα που ήταν φυτοφάγοι. Φυσικά τα λαχανικό και τα φρούτα εκείνης της εποχής δεν ήταν ίδια με τα σημερινά αφού δεν υπήρχαν ντομάτες, πατάτες, πιπεριές, καλαμπόκι, πορτοκάλια, μανταρίνια, μπανάνες, κ.α.
Από τα λαχανικό υπήρχαν, το αγγούρι, η αγκινάρα, ο αρακάς, οι κολοκύθες, τα κρεμμύδια, το λάχανο, το σπαράγγια, τα μανιτάρια, τα παντζάρια κ.α.
Από τα καρυκεύματα και τα μπαχαρικά χρησιμοποιούσαν, άνηθο, βασιλικό, δυόσμο, θυμάρι, κάρδαμο, κόλιανδρο, κάππαρη, κουκουνάρι, αλλά και τα εισαγόμενα όπως πιπέρι, κ.α.
Στα φρούτα κυριαρχούσαν το αχλάδι, το δαμάσκηνο, το κεράσι, το κούμαρο, το κυδώνι, και βέβαια το σταφύλι και το σύκο.
Στους ξηρούς καρπούς συγκαταλέγονταν, μεταξύ άλλων, τα αμύγδαλα, τα καρύδια, τα κάστανα, οι σταφίδες και τα ξερά σύκα.

ΟΙ ΟΝΟΜΑΣΙΕΣ ΤΩΝ ΙΧΘΥΩΝ ΤΟΤΕ ΚΑΙ ΣΗΜΕΡΑ.  




Νέο όνομα               Παλαιό όνομα

αβγοτάραχο               ωοτάριχος

αθερίνα                      αθερίνη

αστακοί                      αστακοί

αχινοί                         εχίνοι

γαλέος                       γαλέος

γαρίδες                      καρίδαι

καβούρια                   καρκίνοι

καλαμάρια                τευθίδαι

καραβίδες                 κάραβοι

καρχαρίας                 καρχαρίας

κέφαλος                   
κέφαλος

κοκοβιός                  κωβιός

κολιός                      κολιός

λαβράκι                    λάβραξ

μαρίδα                     σμαρίδαι

μελανούρι               μελάνουρος

μουρμούρα             μόρμυρος

μύδια                       μύαι

ξιφίας                      ξιφίας

όρκυνος                 όρκυνος

παλαμίδα                παλαμύς

πέρκα                     πέρκη

πεταλίδες               λεπάδαι

πίννες                    πίνναι

ρίνη                       ρίνη

ροφός                   ορφώς

σάλπα                   σάλπη

σαργός                
σαργός

σαρδέλες             αφύαι

σκάρος                 σκάρος

σκορπιός             σκορπίος

σκουμπρί             σκόμβρος

σκυλόψαρο         κύων καρχαρίας

σουπιές               σηπίαι

σπάρος               σπάρος

στρείδια              όστρεα

συναγρίδα          συναγρίς

σωλήνες             σωλήναι

τόννος                θύννος

φαγκρί               φάγρος

χάννος               χάννη

χέλια                  εγχέλεις

χταπόδια           πολύποδες

χτένια                κτένοι


Το υγρό στοιχείο τροφοδοτούσε ανέκαθεν με την ποικιλία και την αφθονία του τους κατοίκους της ηπειρωτικής και νησιωτικής Ελλάδας.
 Η άμεση γειτνίαση μεγάλου τμήματος της πατρίδας μας προς τη θάλασσα, τα καθαρά και όχι ιδιαίτερα βαθιά νερά και τα πολυάριθμα είδη ψαριών, μαλακίων και οστρακοειδών, που - κατά τους αρχαίους τουλάχιστον χρόνους - υπήρχαν σε πλούσιες ποσότητες, καθιστούν ευνόητη την αγάπη των Ελλήνων για τα θαλασσινά. Οι αρχαίες γραπτές πηγές σώζουν πλήθος πληροφοριών σχετικά με τα είδη των θαλασσινών που καταναλώνονταν, καθώς και τους τρόπους αλίευσης και μαγειρεύματός τους. Υπήρχαν μάλιστα και ειδικά συγγράμματα επί του θέματος, π.χ. Αριστοτέλους Περί ιχθύων, Αρχίππου Ιχθύς, Δωρίωνος Περί ιχθύων, Νουμηνίου Αλιευτικός, Ευθυδήμου Περί παστών, Αντιφάνους Αλιευομένη. 
Όπως προκύπτει από τις πληροφορίες των γραπτών πηγών, των απεικονίσεων, κυρίως στην αγγειογραφία, και των αρχαιολογικών ευρημάτων, οι αρχαίες μέθοδοι και τα σύνεργα της αλιείας παραμένουν σχεδόν αμετάβλητα από την πρώιμη αρχαιότητα έως σήμερα.
Επέλεξα να ασχοληθώ σχετικά με την τροφή των αρχαίων Ελλήνων, να αναφέρω δηλαδή τις τροφές της αρχαιότητας, διάφορες συνταγές, τα εδέσματα που ήταν σε προτίμηση και τους τόπους που φημίζονταν για τα κρασιά και τα φρούτα τους.
Αν καλούσαμε στις μέρες μας σ’ ένα γεύμα κάποιους αρχαίους Έλληνες όπως τον... Ηρόδοτο, τον Ηρακλή ή τον Αριστοφάνη, σίγουρα θα τους τρομάζαμε με τον πλούτο και την ποικιλία των εδεσμάτων που θα τους προσφέραμε.


Εξαιτίας του ότι δεκάδες από τις σημερινές τροφές ήταν εντελώς άγνωστες στους αρχαίους Έλληνες, όπως η πατάτα λ.χ. από τα βασικότερα είδη της σημερινής διατροφής έγινε γνωστή στους Ευρωπαίους το 1530 και οι Έλληνες γεύτηκαν τη νοστιμιά της 300 χρόνια αργότερα, το 1832.
Άγνωστα επίσης ήταν στους προγόνους μας και γενικά στους Μεσογειακούς λαούς, το ρύζι, η ζάχαρη, το καλαμπόκι, ο καφές, οι ντομάτες και τα ζαρζαβατικά (μελιτζάνες, πιπεριές, μπάμιες) τα πορτοκάλια και τα λεμόνια, το κακάο και διάφορα μπαχαρικά, τα ποικίλα ποτά, ακόμη και το ούζο -αφού φαίνεται να αγνοούσαν τον τρόπο της απόσταξης- τα ζυμαρικά (1) , και ένα πλήθος από διάφορα αγαθά, που κατακλύζουν σήμερα τις αγορές μας. 
Αλλά, παρ’ όλες τις ελλείψεις τόσων βασικών αγαθών, οι αρχαίοι Έλληνες ήταν καλοφαγάδες.
 Στα συμπόσιά τους τα τραπέζια ήταν βαρυφορτωμένα και το κρασί έρεε άφθονο.



Σ’ ένα πλούσιο δείπνο (περίπου τον 5ο π.Χ. αιώνα) μπορούσε κανείς να δει τυρί της Αχαΐας, σύκα και μέλι της Αττικής, «αίθοπα οίνο» από τη Χίο και τη Λέσβο, θαλασσινά από τις πλούσιες ακτές της Εύβοιας, δαμάσκηνα από τη Δαμασκό της Συρίας, κριθαρένιο ψωμί από την Πύλο, φάβα ή ζωμό από μπιζέλια, τηγανίτες βουτηγμένες στο λάδι και γαρνιρισμένες με μέλι, τυρί αλογίσιο, που έτρωγαν μόνο οι «πολεμοχαρείς», βραστούς βολβούς, ραπάνια για να φεύγει το μεθύσι και βέβαια τις πίτες της Αθήνας, καύχημα της πόλης, παραγεμισμένες με τυρί, μέλι και διάφορα «νωγαλεύματα».
Όλα αυτά τα εδέσματα της Αρχαίας Ελλάδας και ο «τρόπος» διατροφής των αρχαίων Ελλήνων προσελκύουν αρκετούς ανθρώπους της εποχής μας να αναζητούν λεπτομέρειες για την καθημερινή ζωή των αρχαίων Ελλήνων. 





Λιτοδίαιτοι και Καλοφαγάδες.

Αν και υπήρχαν κάποιοι Έλληνες που στα συμπόσιά τους και γενικότερα η τροφή τους αποτελούνταν από ποικίλα εδέσματα, η Αθήνα και γενικότερα η Αρχαία Ελλάδα αντιμετώπιζε πάντα ένα μεγάλο πρόβλημα: την φτώχεια, η οποία είχε γίνει παντοτινός σύντροφος των Αρχαίων Ελλήνων.
Το άγονο έδαφος της Ελλάδας, η δυσκολία στις συγκοινωνίες και βέβαια οι πολύχρονοι πόλεμοι είχαν όπως ήταν φυσικό μεγάλη επίπτωση και στη διατροφή των αρχαίων. Σ’ αυτό συντελούσε και η περιορισμένη παραγωγή της ελληνικής γης.
Η Αττική ήταν πολύ «λεπτόγεως» (άπαχη γη) και εξαιτίας του μεγάλου προβλήματος του νερού η παραγωγή της ήταν αρκετά μικρή. Τα κύρια γεωργικά προϊόντα της αρχαίας Ελλάδας ήταν το κριθάρι, το σιτάρι, το κρασί, το λάδι και οι ελιές. Στην Αττική έβγαινε επίσης μέλι και σύκα που ήταν το πιο εκλεκτό φρούτο για τους αρχαίους.
Το λάδι το χρησιμοποιούσαν όχι μόνο για τα φαγητά τους, αλλά και για το φωτισμό, για την παρασκευή φαρμάκων και καλλυντικών και ήταν απαραίτητο για τους αθλητές, που το άλειφαν στα κορμιά τους στις παλαίστρες.
Οι Αθηναίοι ήταν οι διασημότεροι για την ολιγοφαγία τους, γι’ αυτό βγήκε και η έκφραση «αττικηρώς ζην».
Γενικά όμως οι αρχαίοι ήταν λιτοδίαιτοι, γι’ αυτό και είχαν αυτοχριστεί «μικροτράπεζοι» και «φυλλοτρώγες». 


ΠΩΛΗΣΗ ΑΡΤΟΥ ΖΩΓΡΑΦΙΚΟ ΔΡΩΜΕΝΟ -ΠΟΜΠΗΙΑ

Ο πολύτιμος άρτος των Αρχαίων

Τα δημητριακά αποτελούσαν την κύρια βάση της διατροφής για τους αρχαίους. Αλλά τόσο το σιτάρι όσο και το κριθάρι δεν ήταν σε αφθονία για τους Αθηναίους, έτσι αναγκάζονταν να το εισάγουν από άλλα μέρη.
Το αλεύρι από κριθάρι, ζυμωμένο σε γαλέτες ήταν το πιο συνηθισμένο καθημερινό ψωμί και ονομαζόταν μάζα.
Στη ζύμη του ψωμιού έβαζαν διάφορα καρυκεύματα, όπως μάραθο, δυόσμο και μέντα ακόμη, για να πάρει το ψωμί μια διαφορετική νοστιμάδα. Και φυσικά, έβαζαν το απαραίτητο αλάτι.
Ακόμη οι αρχαίοι είχαν τα εξής είδη ψωμιού:
Το σιμιγδαλένιο, το ψωμί από χοντράλευρο, το ψωμί από διάφορα γεννήματα, από ένα είδος σίκαλης της Αιγύπτου και το «ψωμί από κεχρί».
Λόγω της μεγάλης «αγάπης» των Αθηναίων για το ψωμί, του έδιναν διάφορα ονόματα, ανάλογα με τον τρόπο που ψηνόταν, όπως:
- «Ιπνίτης» ήταν το ψωμί που έψηναν μέσα σε θερμή σκάφη.
- «Εσχαρίτης» το ψωμί που ψηνόταν στις σχάρες.
- «Άρτο τυρόεντα» τυρόπιτα θα τον λέγαμε σήμερα.
- «Κριβανίτης άρτος» γινόταν από σιμιγδάλι.
Το «όφωρος» ήταν ένα γλύκισμα από ζύμη, σουσάμι και μέλι. Βέβαια αναφέρονται και από τους αρχαίους και διάφορα άλλα είδη ψωμιού.

.



Γνωστές επίσης ήταν και οι λαγάνες.
Και οι Αθηναίοι φουρνάρηδες είχαν καλή φήμη, για τα γλυκίσματα και τις πίτες τους.
Οι αρχαίοι εκτιμούσαν πολύ περισσότερο από εμάς σήμερα την ύπαρξη του ψωμιού, και θεωρούσαν πως η μεγάλη ποικιλία του ψωμιού ήταν πολυτέλεια, αφού συνήθιζαν να τρώνε μόνο ένα κομμάτι κριθαρένια μπομπότα.
«Εγώ προσωπικά πιστεύω πως αυτή η αγαπητή συνήθεια των αρχαίων δηλαδή η μεγάλη ποικιλία ψωμιού που χρησιμοποιούσαν οφείλεται στο ότι το κριθάρι και το σιτάρι ήταν δύο από τα κύρια γεωργικά προϊόντα της Αρχαίας Ελλάδας και 
προσπαθούσαν να τα αξιοποιήσουν όσο καλύτερα μπορούσαν». 

Εδέσματα και συνταγές. 

Οι αρχαίοι Έλληνες φρόντιζαν στα γεύματα και στα δείπνα τους, τα τραπέζια να είναι πλούσια. Αποτελούνταν συνήθως από ψωμί, γλυκίσματα, φρούτα, ελιές, πίτες, κρέατα και χορταρικά. Φυσικά και από άφθονο κρασί.
Από τα όσπρια, γνωστά στους αρχαίους ήταν τα φασόλια, οι φακές, τα ρεβίθια (που τα προτιμούσανε ψημένα), τα μπιζέλια και τα κουκιά, που τα έτρωγαν, συνήθως, σε πουρέ (έτνος).
Οι Αθηναίοι συνήθιζαν να έχουν στα σπίτια τους μεγάλη ποικιλία τροφών όπως ψωμί, λουκάνικα, σύκα, γλυκίσματα, μέλι, τυρί, τρυφερά χταπόδια, τσίχλες, σπουργίτια και άλλα πολλά.
Ένα σπίτι όμως με τόσα αγαθά θα ξεπερνούσε και τα σημερινά σούπερ - μάρκετς.
Ένα από τα πιο απαραίτητα αγαθά σ’ ένα σπίτι ήταν το λάδι. Κάτι που, όπως σημειώσαμε, ήταν απαραίτητο και στις παλαίστρες, για ν’ αλείφουν οι αθλητές τα κορμιά τους.
Φημισμένα ήταν τα λάδια της Σάμου και της Ικαρίας.
Οι αρχαίοι συνήθιζαν να βγάζουν λάδι από άγουρες ελιές, που το προτιμούσανε στις σαλάτες τους. Επίσης από τα αμύγδαλα και τα καρύδια έβγαζαν ένα είδος λαδιού, καλό για τα γλυκίσματά τους.
Από τα απαραίτητα επίσης στο καθημερινό τραπέζι των αρχαίων ήταν το γάλα και το τυρί, που ήταν όμως δύο σπάνια αγαθά. Μάλιστα οι διαιτολόγοι συνιστούσαν, για τους αθλητές, το μαλακό τυρί.
Πολλές φορές για να πήξει καλά το τυρί, έβαζαν μέσα στο γάλα, που έβραζε, ένα κωνοροειδές φυτό, κνήκον ή οκνήκος.
Φυσικά, τα σκόρδα και τα κρεμμύδια ήταν στο καθημερινό μενού. Ορισμένοι όμως θεωρούσαν αυτό το είδος διατροφής χωριάτικο (όπως το ίδιο γίνεται και σήμερα, στις μέρες μας, κάποιοι περιφρονούν πολύτιμες τροφές για τη ζωή μας, μόνο και μόνο από το άκουσμά τους, την εμφάνισή τους αλλά και την «διασημότητά» τους).
Από τα εκλεκτότερα εδέσματα ήταν οι κοχλιοί, τα σαλιγκάρια, που τα έτρωγαν οι Κρητικοί.
Τα μικρά πουλιά, σπίνους, τσίχλες, ακόμη και τους λαγούς, αφού τα ψήνανε, τα διατηρούσανε μέσα σ’ ευωδιαστό λάδι. Μάλιστα, το παραγεμίζανε με διάφορα καρυκεύματα, κάτι που συνηθίζεται και σήμερα στα χωριά της Μάνης. 



Για τους φτωχούς ανθρώπους οι σούπες ήταν το πιο συνηθισμένο καθημερινό φαγητό. Έτρωγαν βέβαια και ψαρόσουπες, που η πλούσια όμως τάξη της απέφευγε!
Ένας ζωμός που ευχαριστούσε ιδιαίτερα τον Ηρακλή ήταν ο ζωμός από μπιζέλια.
Στα χορταρικά έριχναν μια σάλτσα φτιαγμένη από λάδι, δριμύ ξύδι, διάφορα καρυκεύματα, ακόμη και μέλι.
Τα θαλασσινά που προτιμούσε ο λαός, ήταν οι σαρδέλες του Φαλήρου, το πιο συνηθισμένο θαλασσινό, μαζί με κριθαρένιο ψωμί. Αντίθετα, τα χέλια, ήταν πανάκριβα, περίπου τον 5ο αι. π.Χ.
Οι Έλληνες έτρωγαν συχνότερα ψάρι από κρέας.
Το πιο διαδεδομένο πρωινό ρόφημα, αφού βέβαια αγνοούσαν τον καφέ, ήταν το γάλα, κυρίως το κατσικίσιο, κι ένα ανακάτεμα από χλιαρό νερό και μέλι, που προκαλούσε ιδιαίτερη ευχαρίστηση.
Στις κωμωδίες του Αριστοφάνη αναφέρονται εδέσματα που μας ξενίζουν.
Στους «Ιππείς» μιλάει για «ξίγκι βοδινό ψημένο μέσα σε συκόφυλλα». Αναφέρεται επίσης ο «κάνδυλος» ένα ανακάτεμα από μέλι, γάλα, τυρί και λάδι, του «μυττωτό», ένα είδος σκορδαλιάς με πράσα, σκόρδα, τυρί και μέλι.
Βέβαια πολλοί ήταν αυτοί που στα έργα τους πρόσθεσαν «μια γεύση κουζίνας» ανέφεραν δηλαδή συνταγές και εδέσματα της εποχής, γιατί γνώριζαν πως οι αρχαίοι έχουν αδυναμία σ’ αυτά, έτσι θα έβρισκαν τα έργα τους πιο ελκυστικά.
Στις θυσίες τους ετοίμαζαν και ένα είδος πλακούντος, κάτι δηλαδή σαν πίτα, που το ‘λεγαν «πελανό». Ήταν ένα παχύρρευστο κράμα από αλεύρι, μέλι και λάδι.
Άλλα εδέσματα: «Έκχυτος», που αναφέρεται σ’ ένα επίγραμμα της Παλατινής Ανθολογίας, ήταν ένα μείγμα από αλεύρι και ψημένο τυρί, που το έριχναν σε ειδικά καλούπια και τα γέμιζαν με κρασί μελωμένο.
«Κάνδαυλος», ένα είδος φαγητού της Μικράς Ασίας, κυρίως στην περιοχή της Λυδίας, με ό,τι ερεθιστικό καρύκευμα κυκλοφορούσε.
«Μυττωτός» πίτα με τυρί, ανακατεμένο με μέλι και σκόρδα.
Βέβαια, οι πιο περίφημες πίτες ήταν της Αθήνας, καύχημα της πόλης, και γινόταν με μέλι, τυρί και λάδι, αλλά έβαζαν μέσα και διάφορα καρυκεύματα.



ΕΙΔΩΛΙΟ ΑΝΔΡΟΣ ΠΟΥ ΤΡΙΒΕΙ ΤΥΡΙ -500 Π.Χ. -ΑΡΧ ΜΟΥΣΕΙΟ ΘΗΒΑΣ.

Ακόμη, οι Αθηναίοι απέφευγαν να αρχίζουν το γεύμα τους ή το δείπνο με σούπα (γιατί πολύ πιθανόν να τους κοβόταν η όρεξη για φαγητό).
Αν και οι Αθηναίοι φρόντιζαν να μη λείπει τίποτα από το σπίτι τους, δηλαδή χρήσιμα αγαθά, όπως τρόφιμα, δεν πρέπει να ξεχνούμε την φτώχεια που επικρατούσε στην Ελλάδα και ήταν ο παντοτινός σύντροφος των Ελλήνων. Η έλλειψη και η ακρίβεια των τροφίμων ανάγκαζε πολλούς να μην πετάνε τίποτα από τα περισσεύματα των δείπνων.
Το σπαρτιατικό μενού δεν συγκινούσε βέβαια τους Έλληνες. Ακόμη και στις γιορτινές μέρες δεν ήταν τίποτα σπουδαίο. 
Έφτανε ένα βραστό χοιρινό, λίγο κρασί και καμιά πίτα γλυκιά για να ενθουσιάσει τους Σπαρτιάτες, που το καθημερινό τους ήταν μια κούπα από «μέλανα ζωμό» κι ένα κομμάτι ψωμί.
Αλλά ελάχιστοι μπορούσαν να αντέξουν τη σπαρτιατική λιτότητα. 
Γι’ αυτό και οι Σπαρτιάτες, πολύ πιθανόν να φάνταζαν ήρωες μπροστά σε κάποιους άλλους Έλληνες και συγκεκριμένα Αθηναίους που ήθελαν να ζουν μέσα στην πολυτέλεια και να μην λείπει κανένα είδος τροφής και ποτού από τα σπίτια τους
.

Λαχανικά και όσπρια. 

Τα λαχανικά στην αρχαία Ελλάδα και συγκεκριμένα στην αρχαία Αθήνα, ήταν σε σπουδαία ζήτηση, κι όχι μόνο για τους οπαδούς του Πυθαγόρα, που τα προτιμούσαν, μια κι απέφευγαν να τρώνε όσα έχουν ζωή.
Ο Πλάτων, στην ιδιωτική του ζωή ακολουθούσε την «πυθαγόρειο δίαιτα». Που ήταν μια καθαρή χορτοφαγία κι έδειχνε ευχαριστημένος τρώγοντας λαχανικά. Πίστευε πως η δίαιτα, είναι η πηγή της υγείας και των καλών ηθών, δύο παραγόντων που κάνουν τα κράτη υγιή και ρωμαλέα, υλικώς, ηθικώς και ψυχικώς.
Οι αρχαίοι Αθηναίοι όμως δύσκολα θα μπορούσαν να ακολουθήσουν τις «φυτοφαγικές» οδηγίες του Πλάτωνα αφού τα λαχανικά είχαν γίνει για τους Αθηναίους από τα σπάνια αγαθά. Πολλά σπίτια όμως, κυρίως στα περίχωρα φρόντιζαν να έχουν χωράφια, κήπους, στους οποίους καλλιεργούσαν σκόρδα, κρεμμύδια, κουκιά, φασόλια, μπιζέλια, λούπινα, βολβούς, μαρούλια, αρακά, αγκινάρες, βλίτα, ρεβίθια και φακές.
Τα μανιτάρια, τα μάραθα, τα σπαράγγια και διάφορα άλλα χορταρικά, τ’ αναζητούσαν στις ακροποταμιές, στα χωράφια και στις άκρες των δρόμων. Φαγώσιμες ήταν ακόμη και οι τρυφερές τσουκνίδες.
Φυσικά, είχαν σέλινο, άνηθο και δυόσμο, για να «καρυκεύουν» τα φαγητά τους. 

Μάλιστα στους αγώνες της Νεμέας γινόταν στεφάνωμα με σέλινο.

Τα κολοκυνθοειδή ήταν περισσότερο γνωστά στην Αίγυπτο, όπως τα πεπόνια (πέπων) και τ’ αγγούρια (σικυός). Μάλιστα υπήρχαν τριών ειδών αγγούρια, τα οποία είναι το λακωνικόν, ο σκυταλίας και το βοιωτικόν. Απ’ αυτά καλύτερα είναι τα λακωνικά όταν ποτίζονται, ενώ τ’ άλλα δεν πρέπει να ποτίζονται. Επίσης, τα αγγούρια έβγαιναν πιο δροσερά αν, πριν φυτευτούν οι σπόροι, μείνουν για λίγο μέσα στο γάλα ή σε διαλυμένο στο νερό μέλι.
Τα σκόρδα, ακόμη, ήταν απαραίτητα για τους αρχαίους αφού ήταν συμπλήρωμα για κάθε σαλάτα τους. Όπως επίσης και τα κρεμμύδια.
Γενικά τα χορταρικά τα σερβίρανε με μια σάλτσα φτιαγμένη από λαδόξυδο και διάφορα καρυκεύματα.
Οπωσδήποτε η απουσία της ντομάτας στερούσε πολλά από την Αθηναία νοικοκυρά. Τα μανιτάρια όμως, αν και ήταν νοστιμότατα και περιζήτητα, όλοι τα φοβούνταν για το δηλητήριό τους.
Παρόλα αυτά, ένα περιβολάκι γεμάτο με δέντρα και λαχανικά ήταν όνειρο για τους αρχαίους.
Ακόμη και οι βασιλιάδες το λαχταρούσαν. Συγκεκριμένα ο Άτταλος ο Γ΄, ο φιλότεχνος βασιλιάς της Περγάμου, που κληροδότησε το βασίλειό του στη Ρώμη (το 133 π.Χ.), εύρισκε ευχαρίστηση στο λαχανόκηπό του, όπου, εκτός των άλλων, καλλιεργούσε νοσκύαμο, ελλέβορο και κώνειο.
 Κάποιοι υποστηρίζουν πως καλλιεργούσε αυτά τα φυτά γιατί έκανε έρευνες για τις φαρμακευτικές τους ιδιότητες. Άλλοι όμως παρατηρούν ότι αυτό που ενδιέφερε περισσότερο το φιλότεχνο βασιλιά ήταν η δραστικότητα τους ως δηλητηρίων, που, όπως λεγόταν φρόντιζε να στέλνει στους «φίλους» του.
Οι αρχαίοι Έλληνες φαίνεται να αγαπούσαν τα λαχανικά και γι’ αυτό να λαχταρούσαν να έχουν στο σπίτι τους ένα λαχανόκηπο. 
Βέβαια, αν θεωρήσουμε πως είναι αληθές αυτό που παρατήρησαν κάποιοι για το λαχανόκηπο του Αττάλου (πως, δηλαδή ενδιαφερόταν για τη δραστικότητα των φυτών), θα καταλάβουμε πως οι αρχαίοι δε λαχταρούσαν να έχουν στο σπίτι τους όλοι ένα λαχανόκηπο για τον ίδιο λόγο. Κάποιοι, -οι περισσότεροι- τους χρειάζονται για να τραφούν από αυτούς και να ζήσουν και άλλοι για να σκοτώσουν.
Βέβαια, τα λαχανικά ήταν απαραίτητα για τη ζωή τους.
Από τα λαχανικά όμως των αρχαίων τα κουκιά είτε βρασμένα, είτε ψημένα, είτε σε πουρέ (έτνος), ήταν το πιο αηδιαστικό φαγώσιμο, για τους οπαδούς του Πυθαγόρα. Κι όχι μόνο, τα κουκιά ήταν πρόβλημα και για τους Αιγύπτιους.
Τα υπόλοιπα όμως λαχανικά ήταν νόστιμα σε όλους, πιστεύω.


ΟΙ ΚΡΟΚΟΣΥΛΛΕΚΤΡΙΕΣ
Νωγαλεύματα - μπαχαρικά.

Νωγαλεύματα έλεγαν οι αρχαίοι τα γλυκά φαγητά και γενικά κάθε λιχουδιά.
Οι Έλληνες φαίνεται να έδειχναν ιδιαίτερη προτίμηση στα αρτύματα και στα διάφορα καρυκεύματα, που έδιναν πικάντικες γεύσεις στα φαγητά τους. Έτσι ένα σπίτι της Αθήνας φρόντιζε, να έχει πάντα στα ράφια του, αλάτι (άλας), ρίγανη (ορίγανο), ξύδι (όξος), θυμάρι (θύμον), σουσάμι (σύσαμο), σταφίδες, κάππαρη, αυγά, αλίπαστα, κάρδαμο, συκόφυλλα, κύμινο, ελιές, σίλφιο, πετιμέζι, σκόρδα και διάφορα άλλα.
Ένα μενού με ορεκτικά και γλυκίσματα που θα ενθουσίαζε και τους σημερινούς καλοφαγάδες.
Ένα γλύκισμα τους ήταν βέβαια οι μελόπιτες, τις οποίες, έλεγαν γενικά «μελιτούττα». Σε προτίμηση όμως είχαν κι ένα γλύκισμα από λιναρόσπορους και μέλι, τη «χρυσόκολλα». Ένα άλλο γλύκισμα που λεγόταν «έκχυτο» φτιαχνόταν από αλεύρι και τυρί ψημένο, μέσα σε καλούπια και ήταν περιχυμένο με κρασί μελωμένο.
Επίσης ένα άλλο γλύκισμα γινόταν με αλευρωμένο γάλα, που, όταν έμπαινε σε ειδικά κύπελλα, γαρνίριζαν με μέλι και πασπαλιζόταν με σουσάμι.
Οπωσδήποτε όμως τα πιο συνηθισμένα γλυκίσματα ήταν οι γαλατόπιτες.
Από τα καρυκεύματα, το πιο περιζήτητο αλλά και το πιο σπάνιο ήταν το μαύρο πιπέρι. Επίσης στόλιζαν τα φαγητά τους με σμύρνα, κάππαρη, ρίγανη, δυόσμο, κύμινο και διάφορα άλλα.
Όμως εκείνοι οι έμποροι που τολμούσαν να φέρουν στην Αθήνα πιπέρι ή άλλα μπαχαρικά, από τις αγορές της Ανατολής, κινδύνευαν να κατηγορηθούν σαν κατάσκοποι του βασιλιά των Περσών.
Αφού παρατηρείται ακόμη πως το πιπέρι είναι ξενικό όνομα, γιατί κανένα ελληνικό όνομα, εκτός από το μέλι, δεν τελειώνει σε «ι».
Παρόλα αυτά όμως βλέπουμε πως οι Έλληνες έχουν πλούτο μπαχαρικών και γλυκισμάτων. 

Το Μέλι. 

Μια και η ζάχαρη ήταν άγνωστη στους αρχαίους, το μέλι ήταν κάτι από τα απαραίτητα για την καθημερινή διατροφή τους και βέβαια για τα γλυκίσματά τους που ήταν αγαπητά σε όλους.
Το μέλι ήταν γι’ αυτούς θείο δώρο, αφού πίστευαν πως έπεφτε από τον ουρανό, με την πρωινή δροσιά, πάνω στα λουλούδια και στα φύλλα και από εκεί το μάζευαν οι μέλισσες.
Την άποψη αυτή, σήμερα θα μπορούσαμε να τη χαρακτηρίσουμε αφελή, τότε όμως το μέλι ήταν τόσο πολύτιμο και απαραίτητο γι’ αυτούς, που κανείς δεν θα μπορούσε να σκεφθεί κάτι τέτοιο.
Τις θρεπτικές ιδιότητες του μελιού, δεν τις αγνοούσε φυσικά κανένας, γι’ αυτό, σε κάθε περίπτωση, όλο έπαινοι ακούγονταν. Κι εξυμνούσαν, κυρίως, το μέλι της Αττικής, το περίφημο θυμαρίσιο μέλι. Αυτό βέβαια δε σημαίνει πως μόνο στην Αττική υπήρχε μέλι.
Η μελισσοκομία ανθούσε σε πολλά μέρη, στα νησιά και στην Αίγυπτο.
Το μέλι ήταν τόσο σημαντικό για τους αρχαίους, που αρκετές φορές γέμιζαν μεγάλους αμφορείς με αυτό και τ’ ανακάτευαν με κρασί για να κάνουν τις σπουδές, τόσο στους θεούς που τιμούσαν, όσο και στις ψυχές των νεκρών.
Καταλαβαίνουμε έτσι, μετά από αυτό, πόσο πολύτιμη θεωρούσαν την αξία του
.
Τα φρούτα. 

Η αγάπη των αρχαίων για τα φρούτα θεωρείται φυσικά αναμφισβήτητη, αφού ήταν απαραίτητα για τη διατροφή τους. Για να υπάρχουν όμως τα φρούτα απαραίτητο ήταν το γλυκό μεσογειακό κλίμα που ευνοούσε την ανάπτυξη όλων σχεδόν των δέντρων.
Παρόλα αυτά, ορισμένα φρούτα, όμως, όπως είναι τα πορτοκάλια, τα βερίκοκα, τα μανταρίνια, τα ροδάκινα, τα τζάνερα και άλλα ήταν άγνωστα στο διαιτολόγιο των αρχαίων. Έτσι η πληθώρα των φρούτων, που κατακλύζουν σήμερα τις αγορές, ήταν βέβαια κάτι το αδιανόητο για αυτούς.
Η αγάπη για τα φρούτα όμως έπεισε πολλούς ποιητές, ότι αξίζει ν’ αφιερωθούν μερικοί στίχοι σ’ αυτά.
Ακόμη, οι αρχαίοι συγγραφείς έλεγαν κάρυα όλους τους καρπούς με τον σκληρό φλοιό.
Η Δαμασκός της Συρίας, αναφέρουν κάποιοι πως ονομάστηκε έτσι από τα καλά δαμάσκηνα που έβγαιναν στα μέρη της.
Οι Ρόδιοι και οι Σικελοί έλεγαν τα δαμάσκηνα «βράβυλα», άλλοι τα έλεγαν «κοκκύμπλα», ενώ ένας ποιητής-συγγραφέας ο Θεόφραστος ο Συρακόσιος μιλάει για «δαμάσκηνα και σποδιάς», ένα είδος από άγρια δαμάσκηνα.
Τα μήλα ήταν επίσης γνωστά στους αρχαίους, όχι όμως με την πλούσια ποικιλία που παρουσιάζονται σήμερα στην αγορά.
Τα γλυκά μήλα τα έλεγαν «Ορβικλάτα» και τα πιο ζουμερά «σητάνια» ή «πλατάνια».
Περίφημα ήταν τα μήλα της Κορίνθου, που παλαιότερα λέγονταν και Εφύρη ή Εφύρα.
Πάντως, η πορτοκαλιά, που πατρίδα της θεωρείται η νοτιοανατολική Ασία, ήταν άγνωστη για τους αρχαίους αφού έγινε γνωστή στην Ευρώπη το 16ο αιώνα.
Ένα άλλο φρούτο που υπήρχε, όμως, στην αρχαία Ελλάδα ήταν τα κυδώνια που τα έλεγαν «στρουθία» και «κοδύματα».
Τα ροδάκινα που ήταν γνωστά στους Πέρσες ονομάζονταν «κοκκύμπλα», με το ίδιο όμως όνομα αναφέρονται και τα δαμάσκηνα.
Από τα πιο περιζήτητα φρούτα ήταν βέβαια τα σταφύλια, αλλά όσοι τα καλλιεργούσανε τα βλέπανε περισσότερο σαν κρασί.
Το πιο αγαπημένο φρούτο των αρχαίων ήταν όμως τα σύκα.
 Και τα πιο περίφημα ήταν τα σύκα της Αττικής, κάτι που ύμνησαν αρκετοί. Γι’ αυτό και ο Ίστρος (ένας γραμματικός, ποιητής και ιστορικός από την Κυρήνη) λέει στα «Αττικά» ότι «τα σύκα της Αττικής, που θεωρούνται και τα καλύτερα, δεν πρέπει να εξάγονται, ώστε να τα απολαμβάνουν μόνο οι Αθηναίοι...». Ακόμη αναφέρει, πως πολλοί όμως έκαναν μυστικά την εξαγωγή.
Η αγάπη και η εκτίμηση των αρχαίων για τα σύκα ασφαλώς μας εντυπωσιάζει, αφού πολλοί ποιητές και συγγραφείς έχουν αναφερθεί με πολύ μεγάλο θαυμασμό σ’ αυτά.
Τα σύκα υπήρχαν σε αφθονία και σε μεγάλη, για εκείνη την εποχή, ποικιλία. Τα πιο γνωστά ήταν τα χελιδώνια σύκα, οι αγριοσυκιές γενικά, οι λευκοαγριοσυκιές, οι φιβαλέους και οι οπωροβασιλίδας. Γνωστά επίσης ήταν τα ασπρόσυκα τα οποία τα έλεγαν «λευκερινεά» και μερικά που είχαν ξινή γεύση «οξάλια».
Φημισμένα ήταν και τα ροδίτικα σύκα, που ο Σαμιώτης κωμωδιογράφος Λυγκεύς τα συγκρίνει, στις «Επιστολές» του, με τα σύκα της Αττικής.
Αλλά και τα σύκα της Πάρου τα σύγκριναν με άλλα αγριόσυκα για να φανεί η νοστιμάδα τους.
Στην αρχαία Ελλάδα υπήρχαν διάφορα είδη σύκων.
Ο Φιλήμων, στις «Αττικές λέξεις», αναφέρεται στα βασιλικά σύκα.
Στην Αχαΐα ήταν συκιές που ωρίμαζαν το χειμώνα και οι καρποί τους λέγονταν «κοδώνια σύκα».
Μερικές συκιές καρποφορούσαν δύο φορές το χρόνο, και λέγονταν «δίφορες». Μερικοί μάλιστα συζητούσαν και για τρίφορη συκιά (φρούτα τρεις φορές το χρόνο) που έβγαινε όμως μόνο στη νήσο Κέα. Το σύκο ήταν τόσο αγαπητό στους αρχαίους αλλά και στους απογόνους τους, που έχουν πάρει το όνομα του αρκετά χωριά στην εποχή μας. 




Τα κρασιά. 

Το κρασί ήταν κάτι το απαραίτητο στα γεύματα των αρχαίων και βέβαια στα συμπόσια, όπου έρεε άφθονο. Όμως δεν έπιναν το κρασί όπως εμείς, αλλά νερωμένο, όχι μόνο με γλυκό αλλά και με θαλασσινό νερό, αφού απέφευγαν να το πίνουν, όπως φαίνεται, ανέρωτο (άκρατος οίνος, όπως το έλεγαν). Βέβαια, έδιναν μεγάλη σημασία στην αναλογία του νερού με το κρασί αφού τους ήταν πολύ αγαπητό και δεν έπρεπε να γίνει κανένα απολύτως λάθος.
Η αναλογία λοιπόν με το νερό ήταν, συνήθως, στο μισό ή τρία μέρη νερό και δύο κρασί. Το νερό, ανάλογα με την εποχή, ήταν χλιαρό ή κρύο.
Μερικές φορές έριχναν μέσα και παγάκια, που τα έφερναν από τα βουνά και τα διατηρούσανε μέσα σε άχυρα.
Βέβαια, το παγωμένο κρασί ήταν μια πολυτέλεια. Τα δροσερά πηγάδια, έτσι, ήταν σχεδόν απαραίτητα αφού χρησίμευαν, φυσικά, για ψυγεία και τα καλά σπίτια φρόντιζαν να έχουν τους ειδικούς κάδους (ψυκτήρες) όπου έβαζαν και χιόνι για να παγώνει, όχι μόνο το κρασί αλλά και το νερό.
Οι αρχαίοι, ακόμη, έβαζαν συχνά μέσα στα κρασιά τους και διάφορα αρώματα, όπως θυμάρι, μέντα, γλυκάνισο, δεντρολίβανο, μυρτιά, ακόμη και μέλι, αλλά ποτέ ρετσίνα. Ένα τόσο ευωδιαστό κρασί έπαιρνε και το χαρακτηριστικό του όνομα, το έλεγαν «τρίμα».
Ακόμη, έφτιαχναν το κρασί με διαφορετικούς τρόπους, από τους σημερινούς, γεγονός που δείχνει πόσο εξελίχθηκε με τα χρόνια η παρασκευή του κρασιού.
Ο τρύγος λοιπόν γινόταν με συνοδεία αυλού που ρύθμιζε τις κινήσεις κι ήταν, όπως άλλωστε και σήμερα, ένα πολυήμερο πανηγύρι.
Τα σταφύλια τα έβαζαν σε μέρος που να τα βλέπει καλά ο ήλιος, για να φύγει το νερό που είχαν μέσα τους. Ύστερα τα πατούσαν, πάλι με χορούς και τραγούδια, κι άφηναν το μούστο να βράσει πέντε μέρες, μέσα σ’ ένα μεγάλο πιθάρι, τοποθετημένο σε σκιερό μέρος. Κατόπιν μάζευαν το γλυκό υγρό απ’ τον αφρό, που ήταν γεμάτο ζάχαρη, κι αποθήκευαν το μούστο σε πιθάρια που, πολλές φορές, τα έβαζαν μέσα στη γη. Τα σκέπαζαν και περίμεναν να μπει για καλά ο χειμώνας, για να τ’ ανοίξουν. Αρκετοί πάντως είχαν την υπομονή να περιμένουν μέχρι την άνοιξη, οπότε το κρασί ψηνόταν καλύτερα. Ο τρύγος ήταν ένα από τ’ αγαπημένα θέματα για πολλούς αρχαίους. Αρκετοί συγγραφείς έχουν αφιερώσει στίχους και σ’ αυτόν. 




Οι Αθηναίοι πάντως φρόντιζαν ν’ ανοίγουν τα πιθάρια τους την πρώτη μέρα των Ανθεστηρίων, και ο κάθε νοικοκύρης, με το πρώτο κιόλας ποτήρι, έκανε σπονδή στο Διόνυσο, τον αγαπητό τους θεό, του κρασιού.
Ο κάθε τόπος στην αρχαία Ελλάδα είχε και το δικό του τρόπο παρασκευής του κρασιού.
Για να διατηρήσουν το μούστο, όμως, όλοι έριχναν μέσα και νερό αλατισμένο, όπως και διάφορα αρώματα. Και πολλές φορές έψηναν το μούστο σε σιγανή φωτιά.
Στη ρόδο και στην Κω όμως έβαζαν μέσα στο μούστο θαλασσινό νερό, γιατί πίστευαν ότι το κρασί που θα γίνει μ’ αυτό τον τρόπο δεν θα φέρει εύκολα τη μέθη και θα είναι πιο εύκολο στη χώνεψη.
Η μέθοδος αυτή έγινε αιτία να υποστηριχθεί, από κάποιους αρχαίους συγγραφείς, ότι, κατά το μύθο «φυγή του Διονύσου» στη θάλασσα σήμαινε κι ένα τρόπο οινοποιίας, που ήταν γνωστός από παλιά. Δηλαδή, η ανάμειξη του γλεύκους (μούστου), που εκπροσωπείται από το θεό Διόνυσο ή Βάκχο, με το θαλασσινό νερό.
Πολλοί μάλιστα -όπως ο Όμηρος- επαινούν και το κρασί του Μάρωνος από τη Θράκη γιατί βάζουν μέσα πολύ νερό.
Στην αρχαία Ελλάδα όμως τα γνωστότερα είδη κρασιού ήταν τέσσερα. Το άσπρο, το κιτρινωπό, το μαύρο και το κόκκινο.
Το άσπρο κρασί ήταν το ελαφρότερο, αρκετά χωνευτικό και διουρητικό, το κιτρινωπό, προς το ξανθό, είχε πιο ξινή γεύση, ενώ το μαύρο και το κόκκινο, που συνήθως είχαν γλυκιά γεύση, ήταν και τα πιο περιζήτητα.
Φυσικά τα παλιά κρασιά ήταν και τα καλύτερα, όπως άλλωστε και σήμερα. Γενικά πάντως πιστεύανε ότι όσο πιο παλιό είναι ένα κρασί τόσο πιο χωνευτικό και πιο ελαφρύ είναι.
Η αγάπη των αρχαίων για το κρασί ήταν μεγάλη, έτσι φρόντιζαν να υπάρχει τις περισσότερες φορές στο τραπέζι τους. Συγκεκριμένα πριν από το δείπνο ή το γεύμα, οι αρχαίοι ανακάτευαν το κρασί με το νερό σ’ ένα μεγάλο αγγείο, τον κρατήρα. Και οι δούλοι έπαιρναν το κρασί απ’ τον κρατήρα με μακριές κουτάλες, πήλινες, ξύλινες ή μεταλλικές, αλλά και με μια κανάτα μπορούσαν να γεμίσουν τα κύπελλα ή ποτήρια των καλεσμένων σε ένα τραπέζι.
Το κρασί αφού ήταν τόσο αγαπητό στους αρχαίους χρησίμευε βέβαια και για τις σπουδές, στις διάφορες θρησκευτικές τελετές. Μερικές φορές όμως η λατρεία ορισμένων θεοτήτων απέκλειε το κρασί, οπότε οι σχετικές σπουδές γίνονταν ακόμη και με γάλα! Είχαν όπως φαίνεται και τις προλήψεις τους όταν έπιναν ή χρησιμοποιούσαν το κρασί.
Το γεγονός όμως ότι οι Έλληνες αγαπούσαν τόσο πολύ το κρασί εξηγεί το λόγο για τον οποίο υπήρχαν τόσοι σπουδαίοι κρασότοποι στην Ελλάδα.
Το χιώτικο κρασί, παράδειγμα, που τ’ ονόμαζαν «αριούσιο», ήταν από τα ακριβότερα κρασιά στο εμπόριο και είχε μεγάλη φήμη. Όπως και το κρασί της Λέσβου που θεωρείται πολύ καλό. Καλά κρασιά ήταν ακόμη, τα κρασιά της Μυτιλήνης που οι Μυτιληναίοι τους έδιναν γλυκιά γεύση και τα ονόμαζαν πρόδρομα (τα πρώιμα) και πρότροπα (από απάτητα σταφύλια). Πασίγνωστα ήταν ακόμη τα κρασιά της Μένδης (παραλία πόλης της δυτικής ακτής της χερσονήσου Παλλήνης) όπου ράντιζαν τα σταφύλια, πάνω στα κλήματα, με το ελατήριο ή καθάρσιο (χυμός από άγρια αγγούρια) για να βγει μαλακό το κρασί. Και τέλος σε σπουδαία ζήτηση ήταν το κρασί της Ικαρίας που λεγόταν πράμνιο και δεν ήταν ούτε γλυκό, ούτε παχύ, αλλά στυφό και άγριο, με ιδιαίτερα εξαιρετική οσμή.
Τα κορινθιακά κρασιά αντίθετα όμως δεν ήταν σε ζήτηση γιατί όπως έλεγαν ήταν κρασιά βασανιστήρια και παράξενα.

Καλή φήμη δεν είχε όμως και το κρασί που φτιαχνόταν στα περίχωρα της Κερυνίας της Αχαΐας, αφού δημιουργούσε προβλήματα στις εγκύους.
Αλλά και για το κρασί της Θάσου λεγόταν πως καταπολεμούσε την αϋπνία, αλλά έφερνε και ύπνο!
Παρόλα αυτά τα καλύτερα κρασιά όπως υποστήριζαν και οι Ρωμαίοι ήταν τα ελληνικά, και από τα πιο περίφημα, του κυρίως ελληνικού χώρου, ήταν της Πεπαρήθου (Σκοπέλου), της Νάξου, της Λήμνου, της Ακάνθου (Θράκης), της Ρόδου και, από τα μικρασιατικά, της Μιλήτου.
Εκτός της κυρίως Ελλάδας ξεχώριζαν ακόμη το «χαλυβώνιο» κρασί της Δαμασκού, με κύριο προμηθευτή τη βασιλική αυλή της Περσίας, καθώς και τα φοινικικά κρασιά.
Περίεργο πάντως είναι το γεγονός πως οι αρχαίοι Έλληνες αγνοούσαν ή απέφευγαν το ζύθο, το εθνικό ποτό των Αιγυπτίων, που γινόταν από κριθάρι ή σίκαλη και από χουρμάδες, παρά τις τόσες συναλλαγές που είχαν.
Πάντως, η αρχαία Ελλάδα όπως φαίνεται είχε μεγάλη ποικιλία κρασιών, έτσι, επόμενο ήταν τα κρασιά να παίρνουν μια από τις πρώτες θέσεις στις αγορές του αρχαίου κόσμου.
Η μεγάλη αυτή ποικιλία κρασιών οδήγησε πρώτα τους Έλληνες και στη συνέχεια τους Ρωμαίους να ιδρύσουν τα «εμπορεία», όπου μπορούσε κανείς ν’ ανταλλάξει σκλάβους με τα καλύτερα κρασιά.
Πολλές περιοχές που είχαν άφθονα κρασιά φρόντιζαν για την εξαγωγή τους.
Όσα κρασιά ήταν να περάσουν στο εμπόριο φυλάγονταν μέσα σε μεγάλα και κατάλληλα πιθάρια, ενώ τα σπιτικά κρασιά ή όσα πήγαιναν στην κοντινή αγορά τα έβαζαν σε ασκούς από χοιρινά ή κατσικίσια δέρματα.
Τα πιθάρια είχαν πάνω τους και μία ειδική σφραγίδα με τ’ όνομα του εμπόρου καθώς και των τοπικών αρχόντων της περιοχής.
Η εισαγωγή και η εξαγωγή όμως των κρασιών ήταν κανονισμένες, κυρίως στο νησί Θάσο, με ειδικούς νόμους που τιμωρούσαν τις απάτες και νοθείες, εξασφαλίζοντας έτσι ένα πραγματικό «προστατευτισμό».
Μέσα από όλα αυτά καταλαβαίνουμε πως το κρασί αντιπροσώπευε τους αρχαίους Έλληνες και αυτοί το λάτρευαν αφού ήταν απαραίτητο για τη ζωή τους
.

Το κυνήγι. 

Το κυνήγι, κυρίως με τα τόξα, το αγαπούσαν όλοι οι... πολεμιστές, αφού ήταν άφθονο στην αρχαία εποχή και υπήρχαν μεγάλες εκτάσεις όπου δεν πατούσε ανθρώπινο πόδι.
Τα δολώματα που χρησιμοποιούσαν ήταν κυρίως μικρά πιτσούνια και τυφλωμένα περιστεράκια!
Οι αρχαίοι έτρωγαν όχι μόνο τα περιστέρια αλλά όλα τα πετούμενα, ακόμη και τα μικρά σπουργίτια, εκτός απ’ τα κοράκια, με το σκληρό και στυφό κρέας τους. Απέφευγαν όμως να τρώνε και τα ορτύκια, αφού τα φυλάγανε για τις αξιολάτρευτες ορτυκομαχίες τους μια και το χρήμα είχε και αυτό την τιμητική του θέση στην κοινωνία.
Τα προϊόντα του κυνηγιού ήταν ακόμη, κυρίως, τσίχλες, συκοφάγοι, κοτσύφια, πέρδικες, ψαρόνια, αγριόπαπιες, χήνες κ.λ.π.
Αλλά από τα πιο ζηλευτά θηράματα ήταν οι αγριόχοιροι, τα ελάφια και τα ζαρκάδια, που ζούσαν τότε σ’ όλα τα ελληνικά βουνά.
Τέλος, τα αγαθά του κυνηγιού θεωρούνταν βέβαια από τους αρχαίους ως τα πιο νόστιμα.
Η διατροφή των αρχαίων Ελλήνων όπως φαίνεται ήταν πλήρης αν αναλογιστούμε τις τροφές που υπήρχαν τότε. Και οι Έλληνες δείχνουν να ήταν περισσότερο καλοφαγάδες παρά λιτοδίαιτοι, αφού στα συμπόσια τους τις περισσότερες φορές, αν όχι πάντα, τα τραπέζια ήταν γεμάτα από πλήθος διαφόρων τροφών, και γευμάτων.
Εξάλλου, οι αρχαίοι έλεγαν πως ένα υγιές και καλό μυαλό πρέπει να βρίσκεται μέσα σε ένα υγιές σώμα. Δηλαδή όσο σημαντικό θεωρούσαν την πνευματική καλλιέργεια του ανθρώπου, τόσο σημαντικό θεωρούσαν και την καλή και σωστή διατροφή του.
Η εργασία αυτή με βοήθησε αρκετά να μάθω περισσότερα απ’ όσα γνώριζα για το διαιτολόγιο των προγόνων μας. Ήταν για μένα αρκετά σημαντική αφού μου πρόσφερε αρκετές πληροφορίες και γνώσεις για τη ζωή, γενικά, των αρχαίων Ελλήνων.
Και, πραγματικά, γνώρισα καλύτερα όχι μόνο τις διατροφικές επιλογές των αρχαίων Ελλήνων αλλά και τον τρόπο ζωής τους, γιατί πιστεύω πως μέσα από τη διατροφή κάποιου λαού μπορείς να καταλάβεις, λιγότερο ή περισσότερο, και τις καθημερινές του συνήθειες.

ΕΠΕΞΗΓΗΣΕΙΣ 
 Η καταγωγή των ζυμαρικών είναι μία πολύπλοκη ιστορία με πολλούς μύθους και αντιφάσεις. Η Ελληνική Μυθολογία αναφέρει ότι ο Ήφαιστος δημιούργησε ένα εργαλείο που έφτιαχνε ¨κορδόνια από ζύμη¨.
Οι ρίζες των ζυμαρικών χάνονται στους αιώνες, δεδομένου ότι αρχαίοι Έλληνες και Ρωμαίοι ετοίμαζαν πιάτα που έμοιαζαν πολύ με τα σημερινά μακαρόνια, με τη διαφορά ότι γίνονταν ψητά και όχι βραστά. Τα βασικά συστατικά τους όμως, το σιτάρι και το νερό, είναι τόσο κοινά που είναι δύσκολο να τους αποδοθεί μία και μόνη καταγωγή. Το όνομα ¨μακαρόνια¨ πιθανόν να προέρχεται από το ελληνικό ¨μακαρία¨. Πράγματι είναι γνωστό οτι οι αρχαίοι Έλληνες ετοίμαζαν αποξηραμένα παρασκευάσματα από αλεύρι που άφηναν μαζί με λάδι και κρασί στους τάφους των νεκρών (των μακάρων). Κατ’ άλλη εκδοχή μπορεί να προέρχεται από το λατινικό¨amaccare¨(= κόβω).
Στο Βυζάντιο, τα ζυμαρικά σερβίρονταν ως γλυκό με μέλι και κανέλλα. Συνέχεια αυτής της γαστρονομικής συνήθειας είναι τα Χριστουγεννιάτικα ¨μελομακάρονα¨.
Ο ευρύτατα διαδεδομένος θρύλος ότι τα μακαρόνια έφερε στην Ιταλία ο Μάρκο Πόλο με την επιστροφή του από την Άπω Ανατολή τον 13ο αιώνα απορρίπτεται πλέον από τους μελετητές.
Η πρώτη αναφορά στην ύπαρξη των ζυμαρικών χρονολογείται γύρω στο 1000 π.χ., στην αρχαία Ελλάδα, όπου η λέξη “λάγανον” περιέγραφε μία φαρδιά πλακωτή ζύμη από νερό και αλεύρι, την οποία έκοβαν σε λωρίδες. Η ζύμη αυτή μεταφέρθηκε και στην Ιταλία από τους πρώτους Έλληνες έποικους γύρω στον 8ο αιώνα π.χ., και μετονομάστηκε σε “laganum” στα λατινικά, τα σημερινά Λαζάνια. Το γεγονός πιστοποιείται από Λατίνους συγγραφείς όπως ο Κικέρων, ο Οράτιος και από τον περίφημο καλοφαγά Απίκιο, ο οποίος στην πρώτη ίσως συμπληρωμένη μαγειρική στην ιστορία περιγράφει αυτοκρατορικά γεύματα με “laganum”.
Η πρώτη όμως χειροπιαστή απόδειξη για την ύπαρξη των ζυμαρικών ανήκει σε ευρήματα που ανακαλύφθηκαν σε τοιχογραφίες του 4ου αιώνα π.χ., σε οικισμό των Ετρούσκων βόρεια της Ρώμης, όπου αναπαριστούνται διάφορα σκεύη για το βράσιμο νερού, μία επιφάνεια για την ανάμιξη νερού με αλεύρι, ένας κυλινδρικός πλάστης και ένα εργαλείο κοπής, παρόμοιο με αυτό που χρησιμοποιείται σήμερα για να κόβουμε τα ζυμαρικά.

ΤΕΛΟΣ Α ΜΕΡΟΥΣ

Θυμάρι: Η κουζίνα μύρισε νησί!

Για την προέλευση της ονομασίας του φαίνεται να υπάρχουν πολλές απόψεις. Σύμφωνα με μια εκδοχή προέρχεται από το αρχαίο ελληνικό ρήμα «θύω», που σημαίνει, μεταξύ άλλων, και «ευωδιάζω». Το θυμάρι είναι γνωστό ως το φυτό με τις περισσότερες θεραπευτικές ιδιότητες, αποτελεί όμως και ένα από τα πιο σημαντικά βότανα στις κουζίνες των σεφ και φυσικά η χρήση του μπορεί να αποδειχτεί ιδιαίτερα «ευεργετική» και στη δική σας. Βάλτε τη δυνατή, ελαφρώς καυστική και πλούσια γεύση του ακόμα και στα πιο συνηθισμένα πιάτα σας και δείτε τη διαφορά. 

Το φυτό
Το θυμάρι ή thymus vulgaris ανήκει στην οικογένεια των Χειλανθών (Labiatae). Είναι ένας χαμηλός, εξαιρετικά ανθεκτικός θάμνος, με μοβ άνθη στις κορυφές των κλαδιών και θαυμάσιο άρωμα. Ανθίζει από το Μάιο μέχρι και τις αρχές του φθινοπώρου και το συναντάμε σε χώρες της Μεσογείου, της Ασίας και στη Βόρεια Αμερική. Τα ξεραμένα φύλλα του έχουν πράσινο λαδί χρώμα και όταν θρυμματιστούν, αναδίδουν το άρωμά τους. Σε άγονα μέρη στην Ελλάδα, θα βρείτε πολλά είδη θυμαριού, ενώ υπάρχουν και καλλωπιστικές ποικιλίες που καλλιεργούνται σε κήπους.




Ένα φυτό... θησαυρός
Το θυμάρι έχει πολλές θεραπευτικές ιδιότητες, γνωστές ήδη από τα χρόνια των αρχαίων Ελλήνων και Αιγυπτίων. Έχει ισχυρή αντιμικροβιακή και αντισηπτική δράση, που οφείλεται στη θυμόλη, την οποία περιέχει το αιθέριο έλαιό του και συνήθως χρησιμοποιείται για την απολύμανση πληγών. Ωστόσο, λίγες σταγόνες από το βάμμα του σε νερό είναι αρκετές για να καθαρίσουν το σπίτι σας, αφήνοντας ένα ευχάριστο άρωμα. Τονώνει το ανοσοποιητικό, είναι αποχρεμπτικό, κατευνάζει το βήχα και τη βρογχίτιδα και θεωρείται εξαιρετικά αποτελεσματικό σε περιπτώσεις γρίπης. Χρησιμοποιείται επίσης για την αντιμετώπιση της δυσπεψίας και της διάρροιας, αλλά και του πονόδοντου. Είναι θερμαντικό και με το λάδι ή το βάμμα του μπορείτε να κάνετε εντριβές, που ανακουφίζουν από μυϊκούς και ρευματικούς πόνους. Συνιστάται ακόμα και ως καταπραϋντικό σε περιπτώσεις άγχους.

Βάλτε το στην κουζίνα σας
Το πιο γνωστό προϊόν από θυμάρι είναι το εξαιρετικής ποιότητας θυμαρίσιο μέλι, ενώ αποτελεί και ένα από τα βότανα που χρησιμοποιούνται για τον αρωματισμό του λικέρ Βενεδικτίνη. Στη μαγειρική χρησιμοποιείται για να αρωματίσει ψάρια, κρεατικά (συνδυάζεται άριστα με κυνήγι και λουκάνικα), σάλτσες (ιδίως ντομάτας) και τυριά (ιδίως κρεμώδη). Αλλάζει ευχάριστα τη γεύση και το άρωμα στα φασολάκια και τον αρακά και μπορείτε να προσθέσετε τα ψιλοκομμένα φύλλα του στο στιφάδο και σε σούπες. Μπορείτε ακόμα να το χρησιμοποιήσετε για να δώσετε μια διαφορετική νότα σε κάθε είδους γέμιση, στα αυγά, στο βούτυρο και φυσικά στις ξιδάτες ελιές. Ρίξτε, τέλος, λίγο πάνω στα λαχανικά, τις σαλάτες και τα ζυμαρικά σας. Φτιάξτε νόστιμες μαρινάδες και αρωματικό λάδι για τις σαλάτες και τα φαγητά σας (σε 1 λίτρο ελαιόλαδο βάζετε 3 κουταλιές θυμάρι. Αφήνετε το μπουκάλι σε δροσερό και σκοτεινό μέρος για 20 ημέρες και μετά το σουρώνετε με ένα τουλουπάνι). Τολμήστε, τέλος, να το βάλετε και στα γλυκά σας.
Φρέσκο ή ξερό; 
Τις περισσότερες φορές χρησιμοποιείται ξερό ως καρύκευμα, καθώς το φρέσκο, αν και έχει πιο πλούσια γεύση, είναι λιγότερο πρακτικό και έχει μικρή διάρκεια ζωής (περίπου 1 εβδομάδα). Το τελευταίο θα το βρείτε σε κλωνάρια και μπορείτε να τα χρησιμοποιήσετε είτε ολόκληρα είτε μόνο τα φύλλα τους. Φυσικά μπορείτε να αντικαταστήσετε το ένα με το άλλο, αρκεί να θυμάστε ότι οι ποσότητες που πρέπει να χρησιμοποιήσετε είναι διαφορετικές. Έτσι, η αναλογία αποξηραμένου και φρέσκου θυμαριού είναι 1 προς 3, δηλαδή το 1 κουταλάκι αποξηραμένο θυμάρι αντιστοιχεί σε 3 κουταλάκια φρέσκο, ενώ αν έχετε στα ντουλάπια σας σκόνη, βάζετε ακόμα μικρότερη ποσότητα.

Αν μαζεύετε θυμάρι και άλλα βότανα
Όταν μαζεύετε θυμάρι από την εξοχή, πρέπει να είστε προσεκτικοί ώστε να μην το ξεριζώνετε. Κόβετε τα κλαδάκια με ψαλίδι ή μαχαίρι, για να μην καταστρέψετε το φυτό και να μπορέσει να ξανανθίσει.
Μαρία Παπαδοδημητράκη

www.vita.gr

Ημερολόγιο σποράς και φυτέματος λαχανικών και εποχή συγκομιδής τους ανά μήνα



Το ακόλουθο ημερολόγιο σποράς και φυτέματος μπορεί να εφαρμοστεί οπωσδήποτε στα θερμά μέρη της Ελλάδας.
Όσο για τα ψυχρά μέρη π.χ. της βόρειας Μακεδονίας κλπ. Τους μήνες Δεκέμβριο και Ιανουάριο δεν είναι δυνατόν να γίνεται στην ύπαιθρο σπορά και φύτεμα λόγο των πολλών βροχών και χιονών.
Σε τέτοια μέρη οι σπορές και τα φυτέματα θα γίνονται από το μήνα Μάρτιο.


ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ

Ημερ
Σπορά, φύτεμα κλπ.
Εποχή μαζέματος
1-15
Κατασκευή τζακιών και σπορά ντομάτας, μελιτζάνας, πιπεριάς

15-30
Σπορά ραπανιών
Τέλη Φεβρουαρίου-Μαρτίου
15-30
Σπορά σπανακιών
Μάρτιο-Μάιο
15-30
Σπορά ραδικιών
Απρίλιο
15-30
Σπορά μαϊντανού
Μάρτιο
15-30
Σπορά σιναπιού
Φεβρουάριο-Μάρτιο
15-30
Φύτεμα μαρουλιών
Απρίλιο
15-30
Φύτεμα κρεμμυδιών για χλωρά
Απρίλιο
15-30
Φύτεμα πατάτας
Μάιο-Ιούνιο

ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ

Ημερ
Σπορά, φύτεμα κλπ.
Εποχή μαζέματος
1-15
Φύτεμα πατάτας
Ιούλιο
1-15
Σπορά μελιτζάνας, πιπεριάς (τζάκια)

1-15
Σπορά ραπανιών
Μάρτιο
1-15
Σπορά καρότων
Μάιο
1-15
Φύτεμα μαρουλιών
Απρίλιο-Μάιο









15-30
Σπορά παντζαριών
Απρίλιο-Μάιο
15-30
Σπορά κρεμμυδιών για ξερά
Μάιο-Ιούνιο
15-30
Σπορά μαϊντανού
Απρίλιο
15-30
Σπορά σπανακιού
Απρίλιο
15-30
Σπορά σιναπιού
Μάρτιο-Απρίλιο
15-30
Σπορά κολοκυθιών(ζεστά μέρη)
Απρίλιο








ΜΑΡΤΙΟΣ


Ημερ
Σπορά, φύτεμα κλπ.
Εποχή μαζέματος
1-15
Σπορά λαχάνων (σε σπορείο) και μετά φύτεμα (Ιουν. Ιουλ.)
Ιούλιο
1-15
Σπορά κουνουπιδιών

1-15
Σπορά μπρόκολου

1-15
Σπορά αγκινάρας (σε σπορείο)

1-15
Σπορά γογγυλιού
Μάιο
1-15
Σπορά καρότων
Ιούνιο-Ιούλιο
1-15
Σπορά ραπανιών
Απρίλιο
1-15
Σπορά παντζαριών
Μάιο-Ιούνιο
1-15
Σπορά σέσκλων
Μάιο-Ιούνιο
1-15
Σπορά σπανακιού (καλοκαιρινό)
Μάιο
1-15
Σπορά κρεμμυδιού για κοκκάρι
Ιούλιο
1-15
Φύτεμα κοκκαριού για ξερά κρεμμύδια
Ιούλιο

15-31
Σπορά πράσου (σε σπορείο)

15-31
Φύτεμα ντομάτας
Ιούλιο
15-31
Φύτεμα καλοκασίου
Σεπτέμβριο-Οκτώμβριο
15-31
Φύτεμα σκόρδων
Ιούνιο-Ιούλιο
15-31
Φύτεμα μαρουλιών
Μάιο
15-31
Σπορά σέλινου σε σπορεία
Αύγουστο-Σεπτέμβριο
15-31
Σπορά μαϊντανού
Μάιο
15-31
Σπορά μπιζελιών και αρακά (ψυχρά μέρη)
Μάιο-Ιούνιο
15-31
Σπορά φασολιών
Ιούνιο
15-31
Σπορά κολοκυθιών
Μάιο-Ιούνιο
15-31
Σπορά αγγουριών
Ιούνιο
15-31
Σπορά πράσου (σε σπορείο)

15-31
Σπορά σπαραγγιού (μεταφορά επόμενη άνοιξη)

15-31
Φύτεμα σπαραγγιού (φυτά προηγούμενης άνοιξης)
Μετά από 2 χρόνια






















ΑΠΡΙΛΙΟΣ
Ημερ
Σπορά, φύτεμα κλπ.
Εποχή μαζέματος
1-15
Φύτεμα ντομάτας, μελιτζάνας, πιπεριάς
Ιούλιο-Σεπτέμβριο
1-15
Σπορά ντομάτας σε σπορείο (έξω)
Σεπτέμβριο
1-15
Σπορά φασολιών
Ιούλιο
1-15
Σπορά κολοκυθιών (σε σπορείο)
Ιούνιο-Ιούλιο
1-15
Σπορά καλαμποκιού
Ιούλιο-Αύγουστο
1-15
Σπορά αγγουριών
Ιούλιο
1-15
Σπορά ραπανιών
Ιούνιο
1-15
Σπορά πράσου σε σπορείο













15-30
Σπορά σέλινου σε σπορείο ή και επί τόπου

15-30
Σπορά μαϊντανού
Ιούνιο-Ιανουάριο
15-30
Σπορά μπρόκολου, λαχάνου, κουνουπιδιού σε σπορείο

15-30
Σπορά πεπονιών και καρπουζιών
Ιούλιο-Αύγουστο
15-30
Σπορά παντζαριών
Ιούνιο-Ιούλιο
15-30
Σπορά σέσκλων
Ιούνιο-Ιούλιο
15-30
Σπορά ραδικιών
Ιούνιο-Ιούλιο
15-30
Σπορά μπάμιας
Ιούλιο
15-30
Φύτεμα γλυκοπατάτας
Ιούλιο-Αύγουστο

















ΜΑΙΟΣ

Ημερ
Σπορά, φύτεμα κλπ.
Εποχή μαζέματος
1-15
Σπορά παντζαριών
Ιούλιο-Αύγουστο
1-15
Φύτεμα όψιμης ντομάτας
Αύγουστο-Σεπτέμβριο
1-15
Μεταφύτευμα μπρόκολου, λάχανου
Αύγουστο-Σεπτέμβριο
1-15
Μεταφύτευμα κουνουπιδιού (πρώιμου)
Αύγουστο-Σεπτέμβριο

15-30
Σπορά μπάμιας
Αύγουστο
15-30
Σπορά φασολιών
Ιούλιο-Αύγουστο
15-30
Σπορά ραπανιών
Ιούνιο-Ιούλιο
15-30
Σπορά μαϊντανού
Ιούλιο-Φεβρουάριο


ΙΟΥΝΙΟΣ

Ημερ
Σπορά, φύτεμα κλπ.
Εποχή μαζέματος
1-15
Φύτεμα λαχάνου
Σεπτέμβριο-Οκτώβριο
1-15
Σπορά παντζαριών
Αύγουστο-Σεπτέμβριο

15-30
Φύτεμα σέλινου
Σεπτέμβριο-Νοέμβριο
15-30
Σπορά ραπανιών
Αύγουστο


ΙΟΥΛΙΟΣ

Ημερ
Σπορά, φύτεμα κλπ.
Εποχή μαζέματος
1-15
Σπορά κολοκυθιών
Αύγουστο-Σεπτέμβριο
1-15
Σπορά παντζαριών
Αύγουστο-Σεπτέμβριο

15-30
Σπορά φασολιών (κλαριού)
Σεπτέμβριο-Οκτώβριο
15-30
Φύτεμα πράσου
Οκτώβριο-Νοέμβριο
15-30
Σπορά σέλινου
Οκτώβριο-Ιανουάριο
15-30
Σπορά λαχάνου
Νοέμβριο-Δεκέμβριο
15-30
Σπορά μπρόκολου
Δεκέμβριο-Ιανουάριο
15-30
Σπορά κουνουπιδιών
Δεκέμβριο-Ιανουάριο
15-30
Σπορά ραδικιών
Σεπτέμβριο-Οκτώβριο
15-30
Σπορά παντζαριών
Σεπτέμβριο-Οκτώβριο


ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ

Ημερ
Σπορά, φύτεμα κλπ.
Εποχή μαζέματος
1-15
Φύτεμα πατάτας
Νοέμβριο-Δεκέμβριο
1-15
Σπορά κολοκυθιών
Σεπτέμβριο-Οκτώβριο
1-15
Σπορά αγγουριών
Σεπτέμβριο-Οκτώβριο
1-15
Σπορά φασολιών
Οκτώβριο
1-15
Φύτεμα λαχάνου και κουνουπιδιού (όψιμου)
Δεκέμβριο-Ιανουάριο

15-30
Σπορά σπανακιού
Νοέμβριο
15-30
Σπορά άνηθου
Νοέμβριο
15-30
Σπορά ραδικιών
Νοέμβριο
15-30
Σπορά παντζαριών
Νοέμβριο-Δεκέμβριο
15-30
Σπορά μαρουλιών, σαλάτας σε σπορείο
Οκτώβριο
15-30
Σπορά ραπανιών
Σεπτέμβριο-Νοέμβριο
15-30
Φύτεμα ραπανιών
Σεπτέμβριο-Νοέμβριο
15-30
Φύτεμα κρεμμυδιών (χλωρά)
Σεπτέμβριο-Δεκέμβριο
15-30
Σπορά σιναπιού
Σεπτέμβριο
15-30
Σπορά αντιδιών
Νοέμβριο


ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ

Ημερ
Σπορά, φύτεμα κλπ.
Εποχή μαζέματος
1-15
Σπορά σπανακιών
Νοέμβριο
1-15
Σπορά άνηθου
Νοέμβριο-Δεκέμβριο
1-15
Σπορά σιναπιού
Νοέμβριο-Δεκέμβριο
1-15
Σπορά μαρουλιών (σπορείο)

1-15
Σπορά παντζαριών
Δεκέμβριο
1-15
Σπορά ραπανιών
Οκτώβριο
1-15
Σπορά αντιδιών
Δεκέμβριο
1-15
Σπορά καρότων
Δεκέμβριο-Ιανουάριο
1-15
Σπορά ρόκας
Νοέμβριο-Δεκέμβριο


ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ

Ημερ
Σπορά, φύτεμα κλπ.
Εποχή μαζέματος
1-15
Φύτεμα αντιδιών από σπορείο
Δεκέμβριο-Ιανουάριο
1-15
Φύτεμα μαρουλιών από σπόρο
Αύγουστο
1-15
Φύτεμα κρεμμυδιών (χλωρά)
Ιανουάριο-Φεβρουάριο
1-15
Σπορά καρότων
Ιανουάριο
1-15
Σπορά παντζαριών
Δεκέμβριο-Ιανουάριο
1-15
Σπορά ραδικιών
Δεκέμβριο-Ιανουάριο
1-15
Σπορά σπανακιού
Νοέμβριο-Δεκέμβριο
1-15
Σπορά ραπανιών
Νοέμβριο-Δεκέμβριο
  
15-30
Φύτεμα σκόρδων
Μάρτιο-Απρίλιο
15-30
Φύτεμα αγκινάρας
Απρίλιο-Μάιο
15-30
Σπορά μπιζελιών και αρακά
Μάρτιο-Απρίλιο
15-30
Σπορά κουκιών (χλωρών)
Φεβρουάριο-Μάρτιο
15-30
Φύτεμα φράουλας
Απρίλιο-Μάιο
15-30
Σπορά άνηθου
Νοέμβριο-Δεκέμβριο
15-30
Σπορά ρόκας
Δεκέμβριο-Ιανουάριο









ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ

Ημερ
Σπορά, φύτεμα κλπ.
Εποχή μαζέματος
1-15
Σπορά μπιζελιών και αρακά
Απρίλιο-Μάιο
1-15
Σπορά κουκιών
Μάρτιο-Απρίλιο
1-15
Φύτεμα αντιδιών
Ιανουάριο-Φεβρουάριο
1-15
Φύτεμα μαρουλιών
Ιανουάριο-Φεβρουάριο
1-15
Σπορά καρότων
Φεβρουάριο-Μάρτιο
1-15
Φύτεμα κρεμμυδιών (χλωρά)
Ιανουάριο-Φεβρουάριο
1-15
Σπορά παντζαριών
Ιανουάριο

15-30
Σπορά ραδικιών
Ιανουάριο-Φεβρουάριο
15-30
Σπορά σιναπιού
Δεκέμβριο
15-30
Σπορά ραπανιών
Ιανουάριο
15-30
Φύτεμα αγκινάρας
Μάιο






ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ

Ημερ
Σπορά, φύτεμα κλπ.
Εποχή μαζέματος
1-30
Σπορά ραπανιών
Ιανουάριο-Φεβρουάριο
1-30
Σπορά ραδικιών
Μάρτιο
1-30
Σπορά παντζαριών
Μάρτιο
1-30
Μεταφύτευμα μαρουλιών
Απρίλιο
1-30
Φύτευμα κρεμμυδιών (χλωρά)
Απρίλιο
1-30
Σπορά σπανακιού
Απρίλιο
1-30
Σπορά κουκιών
Μάρτιο-Απρίλιο