Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελλάδα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελλάδα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κώνειο το στικτόν



Επιστημονική ονομασία: Κώνειο το στικτόν- Conium maculatum L.


Κώνειο εκ του κώνος = σβούρα. Maculatum = στικτόν

Το κώνειο οφείλει το όνομα του στο ρήμα κωνάω που σημαίνει περιστρέφω κυκλικά και τούτο «διά τον ελιγμόν και σκότον τοις πίνουσι γιγνόμενον».



 Το όνομα Κώνειο αποδίδεται συνήθως σε δύο διαφορετικά φυτικά είδη που ανήκουν στην οικογένεια των Σκιαδοφόρων (Umbelliferae).
Είναι φυτό που μοιάζει με το πετροσέλινο.


Χαρουπιά το δέντρο εργοστάσιο.



Η χαρουπιά ή Κερωνία η έλλοβος, είναι δέντρο μεγάλο που μπορεί να φτάσει σε ύψος και τα 13 μέτρα.


 Βρίσκεται αυτοφυής σε πολλές περιοχές της Μεσογείου και στην Ελλάδα, αλλά και καλλιεργείται σε φυτώρια για τον καλλωπισμό δρόμων και πάρκων.

Στο λεκανοπέδιο της Αθήνας έχουν απομείνει πολλά δέντρα κυρίως για διακοσμητικούς λόγους.

Τα χαρούπια, οι καρποί του δέντρου είναι μακριά και στριφτά «φασόλια» πράσινου χρώματος όταν είναι άγουρα, που γίνονται καφέ και ξυλώδη όταν είναι ώριμα.


 Το εσωτερικό τους έχει ευχάριστη γλυκιά γεύση και περιέχει πολλά σκληρά σπόρια.

Οι καλλιεργούμενες ποικιλίες κατατάσσονται σε δύο μεγάλες ομάδες: τακοντοχάρουπα και τα μακροχάρουπα. Σημαντική όμως είναι η άγρια χαρουπιά (η κερωνία η έλλοβος), όπου οι καρποί της είναι πλούσιοι σε ζάχαρη.


Ιστορική αναδρομή


Άλλες ονομασίες : Κερατιά Ξυλοκερατιά, Κουντουριδιά, Ψωμί του Άγιου Ιωάννη,κ.ά.Λατινικό όνομα: Ceratonia siliqua. Οικογένεια Φαβίδες ή Χεδρωπά (Leguminosae)

Στην Κρήτη υπάρχει και το μεγαλύτερο φυσικό δάσος με χαρουπιές στην Ευρώπη, το χαρουπόδασος των Τριών Εκκλησιών.
Στην Κύπρο σήμερα κυριαρχούν τρεις ποικιλίες της χαρουπιάς, η Τηλλυρίας, τα κουντούρκα και τα κουμπωτά. Στην Ανώγυρα λειτουργεί Μουσείο Παστελιού, με στόχο την παρουσίαση του παραδοσιακού παστελιού με βασικό συστατικό του το χυμό των χαρουπιών. 

Στην Ευρώπη αποκαλείται ως αρτόδεντρο του Αγίου Ιωάννη, καθώς με τους καρπούς της χαρουπιάς τρεφόταν ο Ιωάννης ο Βαπτιστής στην έρημο.
Η χαρουπιά ήταν γνωστή στους αρχαίους Έλληνες, οι οποίοι την καλλιεργούσαν για τους καρπούς της.



 Ο Πλίνιος περιγράφει τα γλυκά «φασόλια» της χαρουπιάς σαν τροφή για τα γουρούνια.



 Ο Θεόφραστος αναφέρει πως οι καρποί της βγαίνουν από τον κορμό του δένδρου, κι αυτό γιατί τα λουλούδια φυτρώνουν πάντοτε στις μασχάλες των φύλλων ή απευθείας από τα παλιά κλαδιά.

Πέρα από τους Έλληνες, οι Ισραηλινοί έτρωγαν τα χαρούπια κατά τη διάρκεια των εβραϊκών διακοπών του Μπισβάτ, ενώ οι μουσουλμάνοι κατά τη διάρκεια του Ραμαζάν έπιναν χυμό χαρουπιού.

Από τη λέξη κεράτιον όπως ονομαζόταν από παλιά ο καρπός της καθιερώθηκε και η λέξη καράτι, όταν το βάρος του σπόρου των χαρουπιών ορίστηκε σαν η πιο μικρή μονάδα μέτρησης για το χρυσό και τους πολύτιμους λίθους

Άνθιση-συλλογή-χρησιμοποιούμενα μέρη: 


Τα άνθη βγαίνουν στα μέσα του φθινοπώρου όπου και συλλέγονται μαζί με τα φύλλα, και οι λοβοί στα τέλη Ιουλίου.
Πριν ωριμάσει ο καρπός της μοιάζει με πράσινο φασόλι, ενώ όταν ωριμάσει μοιάζει με καφετί φασόλι και είναι σκληρός και γλυκός (κατατάσσεται στα όσπρια)
Η συγκομιδή των καρπών της προηγούμενης χρονιάς στην αρχαιότητα ξεκινούσε με την εμφάνιση του αστερισμού του Κυνός, στα τέλη Ιουλίου. 
Γενικά οι καρποί  συγκομίζονται κατά τη θερινή περίοδο. Ένα ώριμο δέντρο που καλλιεργείται σε ευνοϊκές κλιματικές συνθήκες και γόνιμο έδαφος μπορεί να αποδώσει έως και 400 κιλά φασόλια. Η καρποφορία της αρχίζει συνήθως το 6-7 έτος της και συνεχίζεται για πολλά χρόνια.
Το αλεσμένο περικάρπιο δίνει αλεύρι πλούσιο σε θρεπτικά συστατικά για ζωοτροφές αλλά και τους ανθρώπους, ενώ το ξύλο της είναι σκληρό και βαρύ, κατάλληλο για πολλές χρήσεις.
Τα πλούσια σε σάκχαρα χαρούπια σήμερα χρησιμοποιούνται κυρίως σαν ζωοτροφή και στη βιομηχανία. 
Οι καρποί της όμως υπήρξαν κάποτε πολύτιμοι και για τη διατροφή των ανθρώπων.
Η χαρουπιά καλλιεργείται εύκολα και ευδοκιμεί σε όλα τα εδάφη εκτός από τα υγρά και τα άπορα, και μπορεί να αντέξει σε έκτακτες χαμηλές θερμοκρασίες 2o-3ο C κάτω από το μηδέν. 
Το δέντρο προτιμά τις ηλιόλουστες θέσεις γι'αυτό καλλιεργείται συχνότερα σε θερμές εύκρατες ζώνες.
Τα χαρούπια αποσπώνται με τα χέρια ή με ραβδισμό από τα δέντρα και συγκεντρώνονται σε υπόστεγα ή σε ειδικούς κλιβάνους για να ξεραθούν και αποθηκεύονται. Η χαρουπιά προσβάλλεται από πολλά φυτικά παράσιτα και έντομα που η καταπολέμησή τους είναι αρκετά δύσκολη.




Διατροφική αξία
Τα χαρούπια είναι γλυκά, εύγευστα και θρεπτικά, και τάισαν πολύ κόσμο κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου.
Κι αυτό γιατί παρά την σκουρόχρωμη και ζαρωμένη σάρκα τους, περιέχουν πρωτεΐνες, βιταμίνες, μέταλλα όπως ασβέστιο και σίδηρο,κ.ά .Δέντρο εργοστάσιο, που θυμόμαστε σε περιόδους πολέμων και λιμών, που η τροφή είναι δυσεύρετη.
Περιέχουν σάκχαρο σε μεγάλη αναλογία (50%) από το οποίο το 30% είναι σταφυλοσάκχαρο, 10% πρωτεΐνη, και 6% λίπος.
Επίσης περιέχουν βιταμίνες Α, και D, βιταμίνες της ομάδας Β και καροτίνη ,κάλλιο, μαγνήσιο, ασβέστιο, φώσφορο, σίδηρο, μαγγάνιο, χαλκό, χρώμιο, νικέλιο, λίγο ισοβουτυρικό οξύ (που ευθύνεται για την ελαφρώς δυσάρεστη μυρωδιά), ταννίνες, ινώδεις ουσίες όπως λιγνίνη (επιδρά κατασταλτικά στη χοληστερίνη, έχει θετικά αποτελέσματα κατά του διαβήτη και της παχυσαρκίας), βλέννα, κυτταρίνη και τουλάχιστον ακόμη 6 αντιοξειδωτικές ουσίες. 
Είναι εύπεπτα και δεν προκαλούν αλλεργίες.
Τα χαρούπια είναι και σήμερα χρήσιμα καθώς δεν περιέχουν γλουτένη, στην οποία πολλά άτομα είναι αλλεργικά. Επίσης μπορούν να αξιοποιηθούν για τη δημιουργία γλυκών.
Άλλες χρήσεις
Σαν σακχαρούχος καρπός μετά από ζύμωση και απόσταξη παρέχουν αλκοόλη σε ποσοστό 25%.
Οι άγουροι λοβοί περιέχουν δεψικές και χρωστικές ουσίες που χρησιμοποιούνται στη βαφή υφασμάτων. 
Οι σπόροι των χαρουπιών αποτελούν πολύτιμο βιομηχανικό υλικό. Από αυτούς εξάγεται κυτταρίνη που χρησιμοποιείται στην κατασκευή φωτογραφικών πλακών, στη χαρτοβιομηχανία και αλλού.
Επίσης εξάγεται κόμμι χρήσιμο και τη βιομηχανία τροφίμων,και τη φαρμακευτική. Το κόμμι κυκλοφορεί σαν πρόσθετη ουσία για τα τρόφιμα με την επισήμανση
(Ε 410) και χρησιμεύει σαν μέσο πήξης. 
Από το δέντρο εξάγονται βαφικές και κολλητικές ουσίες κατάλληλες για την βυρσοδεψία, την υφαντουργία και τη βιομηχανία χαρτιού, το έλαιο των καρπών χρησιμοποιείται στη σαπωνοποιία. 
Η χαρουπιά είναι είδος δασικό, γεωργικό, βιομηχανικό και καλωπιστικό. 
Το ξύλο της χρησιμοποιείται σε ξύλινες διακοσμήσεις, το καρδιόξυλό της στην επιπλοποιεία, και τη βαρελοποιεία, δίνει ξυλάνθρακες αρίστης ποιότητας, ο φλοιός και τα φύλλα της χρησιμεύουν στη βαφική.
Στην Κύπρο που καλλιεργείται αδιάλειπτα, το 90% της παραγωγής εξάγεται σε διάφορες μορφές (χαρουπάλευρο, ολόκληρος καρπός, χαρουποπυρήνας, αλεσμένα, γόμα).


Στη λαϊκή ιατρική χρησιμοποιούσαν το τσάι από κοπανισμένα χαρούπια για τα παιδιά που έπασχαν από βρογχίτιδα ή κοκκίτη.


Στους δύσκολους καιρούς πολύς κόσμος φούρνιζε τους σπόρους, τους άλεθαν και ανακάτευαν τη σκόνη με το λιγοστό αλεύρι για την παρασκευή του απαραίτητου για την οικογένεια ψωμιού, και ακόμη μ'αυτό το αλεύρι αντικαθιστούσαν τον καφέ.



Βράζοντας τα χαρούπια παρασκεύαζαν "χαρουπόμελο" το οποίο και χρησιμο- ποιούσαν  σαν κύρια γλυκαντική ουσία.
Ο φλοιός του δέντρου έχει ισχυρή στυπτική δράση, και χρησιμοποιήθηκε πολύ στο παρελθόν για την αντιμετώπιση πολλών παθήσεων του πεπτικού όπως διάρροια, δυσεντερία, στον ερεθισμό του στομάχου και στις αλλεργίες, τον επίμονο βήχα, τα κρυώματα και τον πονόλαιμο.

Οι χαρουπιές έχουν ιδιότητες που υποστηρίζουν με πολλούς τρόπους την υγεία.


Οφέλη για την υγεία: Δρα ως στυπτικό, καταπραϋντικό, μαλακτικό και καθαρτικό. Βοηθά σε προβλήματα μειωμένης λίμπιντο και δρα κατά της μείωσης του αριθμού των σπερματοζωαρίων. 
Βοηθά σε προβλήματα βρογχικού άσθματος. Ο πολτός του φρέσκου λοβού είναι ελαφρά ευκοίλιος, ενώ το αλεύρι από τους λοβούς θεραπεύει τη διάρροια, και ανακουφίζει σε ερεθισμούς της κοιλιάς. 
Σαν τσάι είναι καταπραϋντικό και μαλακτικό, επίσης στυπτικό. Αυτές οι δράσεις μοιάζουν αντιφατικές. Είναι όμως κλασικό χαρακτηριστικό της δράσης των φυτών όπου, τα μέρη τους επιδρούν διαφορετικά ανάλογα με το σημείο του φυτού και τον τρόπο παρασκευής τους. 
Οι σπόροι είναι στυπτικοί και καθαρτικοί. Ο φλοιός είναι έντονα στυπτικός. Χρήσιμα ακόμη θεωρούνται τα φύλλα και τα άνθη του φυτού, σε παθήσεις του φάρυγγα. Το αλεύρι χρησιμοποιείται από τη βιομηχανία καλλυντικών για τη σύσφιξη και την ανάπλαση του δέρματος.

Ιδέες 
Συνταγές με χαρούπια.

Περιποίηση του δέρματος: Κάνει το δέρμα σφιχτό και στιλπνό, βοηθά στην ανόρθωση του γυναικείου στήθους. Βράζουμε ίση ποσότητα νερού και χαρουπιών (ποσότητα νερού που να σκεπάζει τα χαρούπια) για 30 λεπτά.
Το φιλτράρουμε και κρατάμε το νερό.
Πλενόμαστε, και λουζόμαστε με αυτό το νερό.
Χαρουπόμελο.
Λέγεται το σιρόπι από χαρούπια. Χρησιμοποιείται εκτός από τα γλυκά,και σε προβλήματα του αναπνευστικού συστήματος. Οι διαβητικοί δεν πρέπει να το χρησιμοποιούν,αν και τα προϊόντα από το υπόλοιπο δέντρο τους ωφελούν. 
Πως φτιάχνουμε το χαρουπόμελο,εδώ. 
  

Προοπτικές

1-Αναδασώσεις
Η χαρουπιά είναι σπουδαίο διακοσμητικό φυτό. 
Είναι όμως ακόμη σπουδαιότερη σαν δασικό δέντρο. 
Εμποδίζει την εξάπλωση της φωτιάς, αντίθετα απ' ό,τι συμβαίνει με το πεύκο και είναι κατάλληλη για αναδασώσεις.
Και όσο και αν ο εμπορικός ρόλος της χαρουπιάς στις μέρες μας έχει υποβαθμιστεί, ο περιβαλλοντικός της ρόλος είναι σπουδαίος γιατί μπορεί να επιβιώνει σε άγονα και ξηρικά ασβεστολιθικά εδάφη. 
Πολλές περιοχές οφείλουν στη χαρουπιά το πράσινο χρώμα τους, ενώ συγχρόνως το πλούσιο ριζικό της σύστημα συγκρατεί και προστατεύει το έδαφος από τη διάβρωση.
 Η χαρουπιά μπορεί να καλύψει εγκαταλελειμμένες ή άγονες και θαμνώδεις εκτάσεις, ακόμη και βραχώδη εδάφη. 
Οι αναδασώσεις στις εκτάσεις αυτές, μπορούν να σταματήσουν τις διαβρώσεις, να αλλάξουν τη φυσιογνωμία των περιοχών,να δώσουν νέες δυνατότητες και να κάνουν τα μέρη πιο ελκυστικά για τους επισκέπτες.
2-Το μεγαλύτερο μέρος της ψίχας των χαρουπιών που παράγονται σήμερα, χρησιμοποιείται για ζωοτροφή. 
Η αξία του σε αμυλαξία είναι μικρότερη όταν συγκριθεί με άλλες κτηνοτροφές (καλαμπόκι 780 μονάδες, κριθάρι 689 μονάδες και χαρούπι 500 μονάδες). 
Όμως η τιμή του το κάνει οικονομικότερη κτηνοτροφή, και όταν αναμιγνύεται με άλλες ζωοτροφές βελτιώνει τη γεύση τους με αποτέλεσμα να καταναλώνονται πιο ευχάριστα από τα ζώα.
3-Διάφορα Εθνικά και Ευρωπαϊκά προγράμματα χρηματοδοτούν και προωθούν κατά καιρούς την επέκταση των φυτειών της χαρουπιάς.
4-Τα χαρούπια είναι τροφή ικανοποιητικά θρεπτική αφού περιέχει μεγάλο αριθμό μετάλλων, ιχνοστοιχείων, βιταμινών και πρωτεϊνών.
Περιέχει ασβέστιο σε τριπλάσια αναλογία από το γάλα, (350 mg ανά 100 gr) σε σύγκριση με το γάλα (120 mg Ca ανά 100 gr),επίσης φώσφορο, σίδηρο, μαγνήσιο, κάλιιο, πυρίτιο κ.ά.)
5-Το παραδοσιακό κρητικό χαρούπι αξιοποιείται ξανά από τη μονάδα *"Creta Carob" που αναπτύσσεται στην περιοχή του Ρεθύμνου. Η επιχείρηση παίρνει τα χαρούπια από τους παραγωγούς της περιοχής και παράγει μια μεγάλη σειρά προϊόντων για την ανθρώπινη διατροφή: Χαρουπάλευρο, σιρόπι χαρουπιού, αλεσμένο χαρούπι για τσάι, υποκατάστατο του καφέ και του κακάο από επεξεργασμένη σκόνη χαρουπιού, παξιμάδια από χαρουπάλευρο. 
Τα προϊόντα κυκλοφορούν τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό. 

Που τα βρίσκουμε;

Στο εμπόριο, θα βρούμε τα χαρούπια σε μορφή πλάκας, σκόνης ή σαν σιρόπι, και λόγω των χαμηλών θερμίδων, σε γλυκά να αντικαθιστούν τη σοκολάτα ή τη ζάχαρη. 
Τα τελευταία χρόνια στα καταστήματα με είδη φυσικής διατροφής έχουν κάνει ξανά την εμφάνισή τους παράγωγα του χαρουπιού όπως το χαρουπόμελο και το χαρουπάλευρο.

            http://wiki.oergrowers.gr

ΣΥΚΙΑ



Συκῆν δὲ καὶ ἄμπελον Διόνυσος



 Ιερό δέντρον η συκιά όπως και η δρύς και υπήρχε διάταξη κατά την οποία απαγορεύονταν να τις κόβουν.
Η φίκα ή φίκος είναι η συκιά ή η συκή και ο καρπός της το σύκον ή τύκον.


Athenaeus Soph., Deipnosophistae
Book 3, Kaibel paragraph 6, line 7

...δῆλον δὲ τοῦτο ἐκ τοῦ καλεῖν τοὺς Ἀθηναίους ἱερὰν μὲν συκῆν τὸν τόπον ἐν ᾧ πρῶτον εὑρέθη, τὸν δ' ἀπ' αὐτῆς καρπὸν ἡγητηρίαν διὰ τὸ πρῶτον εὑρεθῆναι τῆς ἡμέρου τροφῆς.

Photius Lexicogr., Scr. Eccl., Theol., Lexicon (Ε – Ω)


Alphabetic letter iota, Page 102, line 12

<Ἱερὰ συκῆ>: οὕτω λέγεται ἡ παρὰ τὴν Ἐλευσῖνα ὁδός.
<Ἱερὰ ὁδός>: ἣν οἱ μύσται πορεύονται ἀπὸ τοῦ ἄστεος ἐπὶ Ἐλευσῖνα.


Η ιερά συκή και η ιερά όδός που πορεύονταν οι μύστες προς την Ελευσίνα. Η οδός των ιερών συκιών ο δρόμος που οδηγεί στα ιερά μυστήρια και στην Ιέρεια Δήμητρα και στην γνώση της δη-μιουργία …
Scholia In Aelium Aristidem, Scholia in Aelium Aristidem (scholia vetera)
Treatise Pan, Jebb pagëline-Hypothesis-Epigram 104,5, line 3

Ἀθηνᾶ γάρ τοι ἐλαίαν ἔδωκε, συκῆν δὲ καὶ ἄμπελον Διόνυσος, Ζεὺς κριὸν, Ἑρμῆς αἶγα, καρποὺς Δήμητρα, καὶ ἄλλος ἄλλο τι.

Η λατρεία του Ιερού Δέντρου αλλά και του ιερού καρπού/φρούτου που εχει δωθεί στους ανθρώπους μαζί με την ιερήν άμ-πελον από τον Διόνυσο.

Όμως συνεχίζοντας στις ερμηνεία των λέξεων στο Λεξικό του Πλωτίνου

<ἱερά>· *θυσία S. κειμήλια. ἢ συκῆ ἐν τῇ εἰς Ἐλευσῖνα ἀγούσῃ ὁδῷ
<ἱεράγγελοι>· θεωροί, ἀγγέλλοντες τὰς πανηγύρεις
<ἱερόθυτα>· ἅγια ἐπιθύματα, μηρία καὶ ὅμοια, θυσίαι θύματα
<ἱερὰ παρθένος>· ἡ Δήμητρος <ἱέρεια>
[<ἱέρας>· σημεῖον]
*<ἱεράς>· ἁγίας (Ios. 6,8) AS
*<ἱερᾶσθαι>· ἱερουργεῖν Avgn. καὶ τὸ ἱερωσύνην ἔχειν
<ἱερᾶται>· ἱεροσκοπεῖ

<Κάρ>· θάνατος. †φθεῖρον. πρόβατον. γένος Καρικόν·
*<κάρα>· κεφαλή Avgn. τοῦτο Ἀττικοὶ διὰ τοῦ <α> λέγουσιν, Ὅμη-
ρος δὲ Ἰακῶς <κάρη>
<κάρα>· αἲξ ἥμερος Πολυῤῥήνιοι. ὑπὸ Γορτυνίων ... ἄλλοι δὲ ἡ συκῆ.
Ἴωνες τὰ πρόβατα. καὶ τὴν κεφαλήν
<κάραι>· συκαῖ
<Καραιός>· Ζεὺς παρὰ Βοιωτοῖς οὕτω προσαγορεύεται· ὡς μέν
τινές φασι διὰ τὸ ὑψηλὸς εἶναι, ἀπὸ τοῦ κάρα

<ἀποθριάζειν>· τὸ ἀφαιρεῖν φύλλα συκῆς.
<ἐντεθρίωκεν>· ἐνείληκεν ἢ ἐσκεύακεν, ἀπὸ τῶν θρίων. (Men.
Sam. 241) Δηλοῖ δὲ καὶ τὸ βακχεύειν, ἴσως ἀπὸ τοῦ Διονύσου·
<Θρίαμβος> γὰρ ἐλέγετο διὰ τὴν τῆς συκῆς καὶ τῶν θρίων
εὕρεσιν

Hesychius Lexicogr., Lexicon (Α – Ο)
Alphabetic letter theta, entry 741, line 1

<θρῖα>· φύλλα συκῆς, ἢ ἀμπέλου r. ASvn <ὡς Ἀπολλόδωρος> n
καὶ τὰ ἐν αὐτοῖς δεσμούμενα βρώματα
<θριάζειν>· φυλλολογεῖν.



Η λατρεία της συκιάς ως ιερού δέντρου ή μήπως και ως του Δέντρου της Ζωής έχει συνδεθεί με την λατρεία της βλάστησης αλλά και με το Διόνυσο. 


Στον Παυσανία αναφέρεται η εξής παράδοση: 


Στην παραλία του Λεωνιδίου «εξεβράσθη» από τα κύματα μέσα σε λάρνακα η Σεμέλη με το παιδί της (και ο τόπος ονομάστηκε «Βρασιαί») και εκεί οι ντόπιοι έθαψαν τη νεκρή μητέρα με τιμές. Τον γιο του Δία και της Σεμέλης ήρθε και ανέθρεψε στη σπηλιά η Ινώ. Ακόμη και στις ημέρες του Παυσανία έδειχναν το άντρο αυτό που ανατράφηκε ο Διόνυσος και την πεδιάδα του Λεωνιδίου που είχε ονομαστεί«Κήπος Διονύσου».Μία μεγάλη συκιά στη σπηλιά αποτελούσε -κατά την παράδοση- σημάδι πως εκεί υπήρχε το ιερό τέμενος όπου ανατράφηκε ο Διόνυσος, ο οποίος φύτεψε και τη συκιά. Σύμφωνα με την ίδια παράδοση, το μοναστήρι (μονή Σίντζας) που είναι χτισμένο πάνω απο την σπληλιά ονομάστηκε στην τσακώνικη διάλεκτο της «Συκιάς = Συντζάς», όπως λέγεται η συκιά στα τσακώνικα.


Το σύκο είναι θρεπτικότατος καρπός, γεμάτος σπέρματα και έχει σχήμα όρχεως. 

Η συκή δέντρο μακρόβιο που πολλαπλασιάζεται εύκολα και με όλους τους τρόπους, ήταν στην αρχαία Ελλάδα σύμβολο της γονιμότητας και του θεού Διονύσου που λατρευόταν και με προσωνύμια του Συκίτη αλλα και του Συκεάτη.
Ακομα και η λέξη Θρία-μβος συνδέεται με τη λατρεία του και με την εύρεση των Θρίων = φύλλων της συκιάς ή και της αμπέλου. Και η χρήση του Θυρσου και τα Θρία τα φύλλα της συκής ή της αμπέλου…




Ομοια λατρεία της ιερής συκιάς, κάποιου αλλου ειδους όμως της συκιάς της religiosa Ficus, ή Bo-Tree που προέρχεται από το σανσκριτικό Bodhi δηλ. «σοφία», «φωτιση », είναι ένα είδος του φίκου/συκιάς που κατάγεται από την Ινδία , το Μπαγκλαντές , το Νεπάλ , το Πακιστάν , τη Σρι Λάνκα , νοτιοδυτική Κίνα και Ινδοκίνα. Ανήκει στην οικογένεια Moraceae , το σύκο ή την μουριά.





Οι Sadhus (ασκητές των ινδουιστών) εξακολουθεί να διαλογίζεται κάτω από ιερά δέντρα της συκιάς, και οι ινδουιστές να περιφερονται γύρω από την ιερή συκιά, ως ενας από τους τρόπους λατρείας. Συνήθως είναι επτά γύροι γύρω από το δέντρο το πρωί φωνάζοντας «Vriksha Rajaya Namah", που σημαίνει "χαιρετισμός στον βασιλιά των δέντρων."


  


Από την χριστιανικη θρησκευτική μας ιστορία, γνωρίζουμε ότι η συκιά "έντυσε" τους πρωτόπλαστους. Το περιβόητο «φύλλο συκής» ήταν το πρώτο ένδυμα του ανθρώπου όταν αυτός συνειδητοποίησε τη γύμνια του και ντράπηκε γι αυτήν. Η παράδοση λέει επίσης ότι από συκιά κρεμάστηκε ο Ιούδας όταν συναισθάνθηκε την πράξη του.

                                                 

                                          







                                            ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ

Η ιδιαιτερότητα της συκιάς είναι ότι περίπου τα μισά είδη φίκων είναι μόνοικα , έχουν δηλαδή φυτά που φέρουν ταυτόχρονα αρσενικά και θηλυκά άνθη.
 Στα δίοικα είδη υπάρχουν ξεχωριστά "αρσενικά" και "θηλυκά" φυτά. 
Στα είδη αυτά οι σφήκες από τα συκώνια των "αρσενικών" φυτών, μεταφέρουν τη γύρη στα "θηλυκά" φυτά, επικονιάζοντας τα άνθη τους. Χωρίς την παρουσία αρσενικού φυτού, άρα και της συμβιωτικής σφήκας, δεν είναι δυνατή η γονιμοποίηση και η ωρίμανση των συκωνίων του θηλυκού.




Παράδειγμα δίοικου είδους φίκου είναι η Συκιά (F. carica). Τα αρσενικά φυτα του είδους ονομάζονται "άγρια" ή "αγριοσυκιές" ή "όρνοί". Το θέμα των όρνων, της αρσενικής συκιάς στο κείμενο όπου την καταράται ο Ιησούς.


Τα σύκα της άγρια συκιάς δεν είναι βρώσιμα (έκτος τα χρησιμοποιηουμε για γλυκό), σε αντίθεση με αυτά της "ήμερης", του θηλυκού δηλαδή δέντρου. Αναφέρονται και παρθενοκαρπικά είδη συκιάς, τα οποία παράγουν καρπούς χωρίς να προηγηθεί γονιμοποίηση και σχηματισμός σπόρων.

Ομως υπάρχουν και συκιές/φίκοι στραγγαλιστές κι αυτό γιατί με διάφορους τρόπους (π.χ. μεταφορά από πουλιά, ζώα, μυρμήγκια) σπόροι φίκων/σύκων είναι δυνατόν να καταλήξουν στο φύλλωμα άλλων δέντρων. Σε συνθήκες υψηλής ατμοσφαιρικής υγρασίας βλασταίνουν, αναπτύσσοντας εν συνεχεία εναέριες ρίζες, οι οποίες σταδιακά φτάνουν και εισχωρούν στο έδαφος (σε ξηρές συνθήκες, οι σπόροι μπορεί να βλαστήσουν, αλλά δεν μπορούν να δημιουργήσουν εναέριες ρίζες αρκετά μεγάλες ώστε να φτάσουν στο έδαφος.). Ορισμένα είδη συνεχίζουν να εξαρτώνται από το φυτό-ξενιστή, με το οποίο συμβιώνουν για όλη τους τη ζωή.


Υπάρχουν είδη όμως (οι κοινά ονομαζόμενοι φίκοι "στραγγαλιστές") τα οποία αναπτύσσουν εναέριες ρίζες που αναστομώνονται, περιπλέκονται και ξυλοποιούνται γύρω από τον κορμό του ξενιστή, προκαλώντας το θάνατο του λόγω "στραγγαλισμού" του κορμού ή λόγω έλλειψης ηλιακού φωτός εξαιτίας της υπέρμετρης ανάπτυξης τους (ορισμένες πηγές αναφέρουν το δεύτερο ως σημαντικότερο παράγοντα θανάτωσης του ξενιστή) . 

Για το είδος F. religiosa αναφέρεται ότι οι εναέριες ρίζες του μπορούν να εισχωρήσουν στον κορμό του ξενιστή και να τον διαχωρίσουν, προκαλώντας έτσι το θάνατο του (Galil J., 1984, Ficus religiosa L. - The tree splitter). Στην πραγματικότητα, οι φίκοι "στραγγαλιστές" είναι μόνο η μειοψηφία των ημι-επιφυτικών φίκων.

Ομως το σύκον ονομάζεται και τύκον όπως δηλαδή και το γυναικείον αιδοίον αλλά και ο τόκος ή γέννηση το ίδιο το παιδί, δηλαδή ο καρπος της κοιλίας της.


                    ΒΟΤΑΝΙΚΟΙ ΧΑΡΑΚΤΗΡΕΣ

• Τάξη των Αγγειόσπερμων Δικότυλων φυτών. 
• Οικογένεια Moraceae, γένος Ficus, είδος Carica.
• Είναι φυτό ιθαγενής της Ασίας και συγκεκριμένα της περιοχής που εκτείνεται από την Ασιατική Τουρκία έως την βόρεια Ινδία, απαντά όμως αυτοφυή στις περισσότερες χώρες της Μεσογείου. 
• Δυο τύποι δένδρων θηλυκά και αρσενικά. Το θηλυκό δένδρο είναι φυτό δίοικο ενώ το 
αρσενικό είναι φυτό μόνοικο.
• Για να γονιμοποιηθεί έχει ανάγκη τη γύρη της 
αγριοσυκιάς, η οποία μεταφέρεται από ένα έντομο, που 
λέγεται ψήνας. 
• Μπορεί να έχει θυμώδη μορφή συνήθως όμως είναι μικρό φυλλοβόλο δένδρο, ύψους 5 – 7 μ. 
• Τα σύκα φύονται μεμονωμένα ή σε ζεύγη πάνω από τα ίχνη των φύλλων που έχουν πέσει ή στις μασχάλες των φύλλων της ίδιας περιόδου 
• Οι σχηματιζόμενοι καρποί είναι μικροσκοπικά αχαίνια που επιστρώνουν τα εσωτερικά τοιχώματα της ανθοδόχης που έχει μετατραπεί στην μαλακιά γλυκιά 
σάρκα του ώριμου σύκου. Το σύκο είναι δηλαδή είδος Ταξικαρπίας.


                                      ΚΑΡΠΟΦΟΡΙΑ



• Υπάρχουν δύο τύποι της καρποφόρας (ήμερης) συκιάς:

Μονόφορη: Καρποφορεί μια φορά το χρόνο. Οι καρποί 
σχηματίζονται στους βλαστούς του έτους στο 3ο-5ο γόνατο, ενώ οι υπόλοιποι ανθοφόροι οφθαλμοί πέφτουν. Οι καρποί μπορούν να αναπτυχθούν χωρίς γονιμοποίηση (παρθενοκαρπικά) ή με γονιμοποίηση. 

• Δίφορη: Καρποφορεί δυο φορές το χρόνο. Η πρώτη καρποφορία προέρχεται από καρπούς που σχηματίζονται στο άνω τμήμα των βλαστών του 
παρελθόντος έτους και είναι πάντοτε παρθενοκαρπικοί. 
Η δεύτερη προέρχεται από σύκα σε βλαστούς του ιδίου έτους (3ο-5ο γόνατο) και τα οποία αναπτύσσονται παρθενοκαρπικά ή με γονιμοποίηση.
                     
                            Περιεκτικοτητα και χρήσεις καρπού

Το σύκο καταναλώνεται νωπό ή ξηρό. Το νωπό σύκο καταναλώνεται ωμό. Το ξηρό σύκο έχει αρκετά μεγάλη θρεπτική αξία (2.900 θερμίδες το 
χιλιόγραμμο).
Το σύκο περιέχει επίσης σημαντικές ποσότητες ασβεστίου, φωσφόρου 
και σιδήρου.
Χρησιμοποιείται στη ζαχαροπλαστική, τρώγεται ως γλυκό του κουταλιού (το άγουρο σύκο) και χρησιμοποιείται επίσης για την παρασκευή είδουςμελιού (ρετσέλι). 


                  Πολλαπλασιασμός Συκιάς

• Με μοσχεύματα
• Με παραφυάδες
• Με σπόρο 

• Καταβολάδες

                  Έδαφος Λίπανση

• Η καλλιέργεια της συκιάς απαιτεί εύφορα και καλά στραγγιζόμενα 
από το νερό εδάφη. Γενικά το φυτό προσαρμόζεται καλύτερα σε 
αλκαλικά εδάφη με PH 6-7.8
• Η λίπανση της συκιάς είναι απαραίτητη σε εντατικές καλλιέργειες 
όπου το κύριο μέλημα μας είναι η υγεία του φυτού, η απρόσκοπτη 
ανάπτυξη του, η καλή φυλλική επιφάνεια αλλά και η ποιότητα των 
καρπών. 
• Η εφαρμογή μεθόδου φυλλοδιαγνωστικής είναι ένα απαραίτητη μετά 
την συγκομιδή ώστε να καθοριστούν τα επίπεδα λίπανσης. Η χρήση 
κοπριάς τον χειμώνα βοηθά πολλαπλά και η εφαρμογή 
υδατοδιαλυτών λιπασμάτων τύπου 20-5-20 καλό είναι να 
εφαρμόζονται λίγο πριν την έκπτυξη των οφθαλμών έως λίγο πριν 
την συγκομιδή.
Το φυτό είναι ασβεστόφιλο και καλλιόφιλο

     Καλλιεργητικές τεχνικές-Κλαδέματα

• Καλλιεργητικές τεχνικές
• Σε σύγχρονους συκεώνες οι αποστάσεις φύτευσης είναι 4 έως 5 μέτρα επί 
της γραμμής και 6 έως 7 μέτρα μεταξύ των γραμμών. Πριν την εγκατάσταση 
τοποθετείται το σύστημα άρδευσης.
• Κλάδεμα διαμόρφωσης: Επιδίωξη μας είναι να σχηματίσουμε ανοιχτό 
κύπελλο στα δένδρα μας ώστε να γίνεται σωστός αερισμός του φυτού αλλά 
και συγκομιδή των καρπών. Το κλάδεμα διαμόρφωσης γίνεται από τα μέσα 

Φεβρουαρίου έως τα τέλη Μαρτίου Κλάδεμα καρποφορίας: 
Το φυτό είναι δίφορο και επομένως η πρώτη παραγωγή αναπτύσσεται σε ξύλο του προηγούμενου έτους και η κύρια παραγωγή στο ετήσιο ξύλο, που θα ενισχυθεί από τα φύλλα και τους ανθοφόρους οφθαλμούς.
• Κύριο μέλημα του παραγωγού στο κλάδεμα καρποφορίας είναι η διατήρηση 
του σχήματος και της ισορροπίας μεταξύ της βλάστησης του δένδρου, 
διατηρώντας κυρίως λίγους περσινούς βλαστούς που θα δώσουν την νέα 
βλάστηση και την καρποφορία της επόμενης χρονιάς.

                            Άρδευση

• Το φυτό της συκιάς απαιτεί το κατά το δυνατόν σταθερή εδαφική υγρασία κυρίως την περίοδο της καρποφορίας.
• Διακυμάνσεις προκαλούν πτώση των φύλλων, πτώση των καρπών και στρες στα φυτά
• Λίγο νερό οδηγεί σε κούφιους καρπούς, ενώ υπερβολική άρδευση μέσα στο καλοκαίρι μπορεί να προκαλέσει άνοιγμα των σύκων, υπέρμετρη ανάπτυξη των φύλλων και των βλαστών και υποβάθμιση στην ποιότητα των καρπών

                     Εχθροί και ασθένειες 

• Κυριότερος εχθρός της καλλιέργειας είναι ο νηματώδης της οικογένειας Meloidogyne
• Τα έντομα κηροπλάστης (2 γενιές)
• Η μύγα των σύκων ή Λογχαία (4-6 γενιές)
• Η μεσογειακή μύγα. 
• Η ανθράκωση 
• Η σκωρίαση 
• Μωσαϊκό της συκιάς
                            
                                ΚΥΡΙΕΣ ΠΟΙΚΙΛΙΕΣ

• Καλάμων
• Βασιλικά λευκά και μαύρα
• Μαύρα Mαρκόπουλου 
• Κύμης 
• Αποστολιάτικα
• Μπουκνιά Σάμου
• Άσπρα πόλις 
• Άσπρα και Μαύρα Κλίρου
• Όψιμα ξιροκιτιάς
• Περδικόσυκα
• Braziliana
• Alfiore
• Porto Galo
• San Pielio
• Bragiotto Nero
• Bragiotto Blanco
• Napolitana Negra


ΠΗΓΕΣ:

Περί διατροφής των Αρχαίων Ελλήνων



Greek Vases - Ancient Greek Vases




Η αρχέγονη ανάγκη για διατροφή είχε μετατραπεί σε κεντρικό γεγονός με κοινωνικές και άλλες προεκτάσεις στην Αρχαίο Ελλάδα. Το ελαιόλαδο, το λαχανικό, τα φρούτα, τα καρυκεύματα, τα όσπρια και τα δημητριακό, τα κρέατα και βέβαια το ψάρι και το κρασί, όπως σήμερα και τότε αποτελούσαν τα κυρίαρχα συστατικά της γαστρονομίας.
ΤΗΣ ΑΜΑΛΙΑΣ ΗΛΙΑΔΗ



Το πρωινό.

Το πρωινό, το οποίο ονομαζόταν συνήθως «άριστον», αποτελείτο από ψωμί, («μάζα» από κριθάρι γιο το λαό, «άρτο» από σιτάρι γιο τους πλούσιους) βουτηγμένο σε ανέρωτο κρασί. Συνηθισμένες πρωινές τροφές ήταν επίσης τα ξερά σύκα, τα αμύγδαλα, τα καρύδια και οι άλλοι ξηροί καρποί. Το πρωινό ρόφημα ήταν ο «κυκεών», ένα μείγμα κρασιού, τριμμένου τυριού και κριθάλευρου, το γάλο κυρίως κατσικίσιο, καθώς και ένα είδος υδρομελιού που το παρασκεύαζαν από χλιαρό νερό και μέλι.

Τα γεύματα.
Συχνά, τα γεύματα ήσαν μόνο δύο. Το πρώτο απαρτιζόταν από ψάρια, όσπρια, ή πρόχειρα φαγητά όπως ψωμί, τυρί, ελιές, αυγά, ξηρούς καρπούς και φρούτα. Το βραδινό, το οποίο αποτελούσε και το κύριο γεύμα, ήταν αυτό του συμποσίου και της φιλικής συντροφιάς διότι στους αρχαίους Έλληνες δεν άρεσε να τρώνε μόνοι τους, η γενικά αποδεκτή άποψη ήταν ότι το να τρώει κανείς μόνος του δε σημαίνει ότι γευματίζει αλλά ότι απλά γεμίζει το στομάχι του.

                             ΤΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ 

Το Ελαιόλαδο.

Πολλά ευρήματα από ανασκαφές δείχνουν ότι η κατανάλωση του ελαιόλαδου ήταν ευρύτατα διαδεδομένη στην Αρχαία Ελλάδα. Έτσι έχουν κατά καιρούς βρεθεί άφθονοι ελαιοπυρήνες, δείγμα κατανάλωσης ελιάς και λαδιού, καθώς και πολλοί οπό τους λεγόμενους ψευδόστομους αμφορείς οι οποίοι χρησίμευαν κυρίως για την αποθήκευση λαδιού. Φημισμένο λάδι στην αρχαιότητα προερχόταν από τη Σάμο και την Ικαρία, ενώ η Αττική, σε αντίθεση με άλλα προϊόντα, ήταν όχι μόνο αυτάρκης αλλά και εξαγωγέας ελαιόλαδου και ελιών. 

Το κρασί.
Το κρασί ήταν ένα καθημερινό βασικό συστατικό στην διατροφή των Αρχαίων Ελλήνων, στην πραγματικότητα αποτελούσε μια οπό τις βασικές τροφές αφού ήταν μέρος του πρωινού αλλά και των υπολοίπων γευμάτων.

Τα ψάρια.
Ανέκαθεν οι Έλληνες έτρωγαν πολύ περισσότερα ψάρια οπό κρέας. Στην αρχαιότητα προτιμούσαν, όπως φαίνεται, κυρίως παχιά ψάρια, όπως: κολιός - σκουμπρί (σκόμβρος), σαρδέλα (σαρδίνι, τριχίς), γόπα (βοξ), μαρίδα (σμόρις) κ.α. 

ΛΕΤΡΤΟΙ ΚΟΒΟΥΝ ΚΡΕΑΣ ΣΕ ΜΕΡΙΔΕΣ

Τα κρέατα.

Γενικά, εκτός από τους ομηρικούς ήρωες και τα συμπόσια, η κρεατοφαγία περιοριζόταν στις δημόσιες και ιδιωτικές γιορτές.
Τα πουλερικά διαφόρων ειδών, τα κουνέλια, οι λαγοί, οι αγριόχοιροι, το αγριοκάτσικα, τα ελάφια και τα γνωστά κατοικίδια ζώα, αποτελούσαν τις κύριες πηγές κρέατος των αρχαίων Ελλήνων. Το μαγείρεμα γινόταν με διάφορους τρόπους, πιο συχνά, ψητά στο φούρνο ή στη σούβλα και βραστά με διάφορα λαχανικό και καρυκεύματα. 

Καθημερινή σκηνή σε κρεοπωλείο των Αθηνών. Ο κρεοπώλης τεμαχίζει κομμάτι κρέατος ενώ τον διευκολύνει ο βοηθός του. Από αγγείο του 6ου αι..

Όσπρια και δημητριακά.

Τα όσπρια και τα δημητριακά, αποτελούσαν διατροφική βάση για την πλειοψηφία των Ελλήνων οπό την αρχαιότητα. Τα κουκιά, τα λούπινα, τα μπιζέλια, τα ρεβίθια και τα φασόλια είναι μερικά από τα όσπρια που προτιμούσαν οι αρχαίοι Έλληνες. Τα δημητριακά χρησίμευαν κυρίως στην παρασκευή διαφόρων τύπων ψωμιού, έτσι παρασκεύαζαν ψωμί από κριθάρι, σιτάρι, κεχρί κ.ά 


Ο Τρυπτόλεμος ξεκινά από την Αττική για να διδάξει σε όλη τη γη την καλλιέργεια του σιταριού. Η Δήμητρα του προσφέρει το ποτό του αποχωρισμού. Από αγγείο του 5ου αι..
Λαχανικά - φρούτα - καρυκεύματα.

Τα λαχανικά και τα φρούτα ήταν ανέκαθεν πρώτα στις επιλογές των Ελλήνων. Άλλωστε, και στην Αρχαία Ελλάδα, υπήρχαν μερικοί όπως οι οπαδοί του Πυθαγόρα που ήταν φυτοφάγοι. Φυσικά τα λαχανικό και τα φρούτα εκείνης της εποχής δεν ήταν ίδια με τα σημερινά αφού δεν υπήρχαν ντομάτες, πατάτες, πιπεριές, καλαμπόκι, πορτοκάλια, μανταρίνια, μπανάνες, κ.α.
Από τα λαχανικό υπήρχαν, το αγγούρι, η αγκινάρα, ο αρακάς, οι κολοκύθες, τα κρεμμύδια, το λάχανο, το σπαράγγια, τα μανιτάρια, τα παντζάρια κ.α.
Από τα καρυκεύματα και τα μπαχαρικά χρησιμοποιούσαν, άνηθο, βασιλικό, δυόσμο, θυμάρι, κάρδαμο, κόλιανδρο, κάππαρη, κουκουνάρι, αλλά και τα εισαγόμενα όπως πιπέρι, κ.α.
Στα φρούτα κυριαρχούσαν το αχλάδι, το δαμάσκηνο, το κεράσι, το κούμαρο, το κυδώνι, και βέβαια το σταφύλι και το σύκο.
Στους ξηρούς καρπούς συγκαταλέγονταν, μεταξύ άλλων, τα αμύγδαλα, τα καρύδια, τα κάστανα, οι σταφίδες και τα ξερά σύκα.

ΟΙ ΟΝΟΜΑΣΙΕΣ ΤΩΝ ΙΧΘΥΩΝ ΤΟΤΕ ΚΑΙ ΣΗΜΕΡΑ.  




Νέο όνομα               Παλαιό όνομα

αβγοτάραχο               ωοτάριχος

αθερίνα                      αθερίνη

αστακοί                      αστακοί

αχινοί                         εχίνοι

γαλέος                       γαλέος

γαρίδες                      καρίδαι

καβούρια                   καρκίνοι

καλαμάρια                τευθίδαι

καραβίδες                 κάραβοι

καρχαρίας                 καρχαρίας

κέφαλος                   
κέφαλος

κοκοβιός                  κωβιός

κολιός                      κολιός

λαβράκι                    λάβραξ

μαρίδα                     σμαρίδαι

μελανούρι               μελάνουρος

μουρμούρα             μόρμυρος

μύδια                       μύαι

ξιφίας                      ξιφίας

όρκυνος                 όρκυνος

παλαμίδα                παλαμύς

πέρκα                     πέρκη

πεταλίδες               λεπάδαι

πίννες                    πίνναι

ρίνη                       ρίνη

ροφός                   ορφώς

σάλπα                   σάλπη

σαργός                
σαργός

σαρδέλες             αφύαι

σκάρος                 σκάρος

σκορπιός             σκορπίος

σκουμπρί             σκόμβρος

σκυλόψαρο         κύων καρχαρίας

σουπιές               σηπίαι

σπάρος               σπάρος

στρείδια              όστρεα

συναγρίδα          συναγρίς

σωλήνες             σωλήναι

τόννος                θύννος

φαγκρί               φάγρος

χάννος               χάννη

χέλια                  εγχέλεις

χταπόδια           πολύποδες

χτένια                κτένοι


Το υγρό στοιχείο τροφοδοτούσε ανέκαθεν με την ποικιλία και την αφθονία του τους κατοίκους της ηπειρωτικής και νησιωτικής Ελλάδας.
 Η άμεση γειτνίαση μεγάλου τμήματος της πατρίδας μας προς τη θάλασσα, τα καθαρά και όχι ιδιαίτερα βαθιά νερά και τα πολυάριθμα είδη ψαριών, μαλακίων και οστρακοειδών, που - κατά τους αρχαίους τουλάχιστον χρόνους - υπήρχαν σε πλούσιες ποσότητες, καθιστούν ευνόητη την αγάπη των Ελλήνων για τα θαλασσινά. Οι αρχαίες γραπτές πηγές σώζουν πλήθος πληροφοριών σχετικά με τα είδη των θαλασσινών που καταναλώνονταν, καθώς και τους τρόπους αλίευσης και μαγειρεύματός τους. Υπήρχαν μάλιστα και ειδικά συγγράμματα επί του θέματος, π.χ. Αριστοτέλους Περί ιχθύων, Αρχίππου Ιχθύς, Δωρίωνος Περί ιχθύων, Νουμηνίου Αλιευτικός, Ευθυδήμου Περί παστών, Αντιφάνους Αλιευομένη. 
Όπως προκύπτει από τις πληροφορίες των γραπτών πηγών, των απεικονίσεων, κυρίως στην αγγειογραφία, και των αρχαιολογικών ευρημάτων, οι αρχαίες μέθοδοι και τα σύνεργα της αλιείας παραμένουν σχεδόν αμετάβλητα από την πρώιμη αρχαιότητα έως σήμερα.
Επέλεξα να ασχοληθώ σχετικά με την τροφή των αρχαίων Ελλήνων, να αναφέρω δηλαδή τις τροφές της αρχαιότητας, διάφορες συνταγές, τα εδέσματα που ήταν σε προτίμηση και τους τόπους που φημίζονταν για τα κρασιά και τα φρούτα τους.
Αν καλούσαμε στις μέρες μας σ’ ένα γεύμα κάποιους αρχαίους Έλληνες όπως τον... Ηρόδοτο, τον Ηρακλή ή τον Αριστοφάνη, σίγουρα θα τους τρομάζαμε με τον πλούτο και την ποικιλία των εδεσμάτων που θα τους προσφέραμε.


Εξαιτίας του ότι δεκάδες από τις σημερινές τροφές ήταν εντελώς άγνωστες στους αρχαίους Έλληνες, όπως η πατάτα λ.χ. από τα βασικότερα είδη της σημερινής διατροφής έγινε γνωστή στους Ευρωπαίους το 1530 και οι Έλληνες γεύτηκαν τη νοστιμιά της 300 χρόνια αργότερα, το 1832.
Άγνωστα επίσης ήταν στους προγόνους μας και γενικά στους Μεσογειακούς λαούς, το ρύζι, η ζάχαρη, το καλαμπόκι, ο καφές, οι ντομάτες και τα ζαρζαβατικά (μελιτζάνες, πιπεριές, μπάμιες) τα πορτοκάλια και τα λεμόνια, το κακάο και διάφορα μπαχαρικά, τα ποικίλα ποτά, ακόμη και το ούζο -αφού φαίνεται να αγνοούσαν τον τρόπο της απόσταξης- τα ζυμαρικά (1) , και ένα πλήθος από διάφορα αγαθά, που κατακλύζουν σήμερα τις αγορές μας. 
Αλλά, παρ’ όλες τις ελλείψεις τόσων βασικών αγαθών, οι αρχαίοι Έλληνες ήταν καλοφαγάδες.
 Στα συμπόσιά τους τα τραπέζια ήταν βαρυφορτωμένα και το κρασί έρεε άφθονο.



Σ’ ένα πλούσιο δείπνο (περίπου τον 5ο π.Χ. αιώνα) μπορούσε κανείς να δει τυρί της Αχαΐας, σύκα και μέλι της Αττικής, «αίθοπα οίνο» από τη Χίο και τη Λέσβο, θαλασσινά από τις πλούσιες ακτές της Εύβοιας, δαμάσκηνα από τη Δαμασκό της Συρίας, κριθαρένιο ψωμί από την Πύλο, φάβα ή ζωμό από μπιζέλια, τηγανίτες βουτηγμένες στο λάδι και γαρνιρισμένες με μέλι, τυρί αλογίσιο, που έτρωγαν μόνο οι «πολεμοχαρείς», βραστούς βολβούς, ραπάνια για να φεύγει το μεθύσι και βέβαια τις πίτες της Αθήνας, καύχημα της πόλης, παραγεμισμένες με τυρί, μέλι και διάφορα «νωγαλεύματα».
Όλα αυτά τα εδέσματα της Αρχαίας Ελλάδας και ο «τρόπος» διατροφής των αρχαίων Ελλήνων προσελκύουν αρκετούς ανθρώπους της εποχής μας να αναζητούν λεπτομέρειες για την καθημερινή ζωή των αρχαίων Ελλήνων. 





Λιτοδίαιτοι και Καλοφαγάδες.

Αν και υπήρχαν κάποιοι Έλληνες που στα συμπόσιά τους και γενικότερα η τροφή τους αποτελούνταν από ποικίλα εδέσματα, η Αθήνα και γενικότερα η Αρχαία Ελλάδα αντιμετώπιζε πάντα ένα μεγάλο πρόβλημα: την φτώχεια, η οποία είχε γίνει παντοτινός σύντροφος των Αρχαίων Ελλήνων.
Το άγονο έδαφος της Ελλάδας, η δυσκολία στις συγκοινωνίες και βέβαια οι πολύχρονοι πόλεμοι είχαν όπως ήταν φυσικό μεγάλη επίπτωση και στη διατροφή των αρχαίων. Σ’ αυτό συντελούσε και η περιορισμένη παραγωγή της ελληνικής γης.
Η Αττική ήταν πολύ «λεπτόγεως» (άπαχη γη) και εξαιτίας του μεγάλου προβλήματος του νερού η παραγωγή της ήταν αρκετά μικρή. Τα κύρια γεωργικά προϊόντα της αρχαίας Ελλάδας ήταν το κριθάρι, το σιτάρι, το κρασί, το λάδι και οι ελιές. Στην Αττική έβγαινε επίσης μέλι και σύκα που ήταν το πιο εκλεκτό φρούτο για τους αρχαίους.
Το λάδι το χρησιμοποιούσαν όχι μόνο για τα φαγητά τους, αλλά και για το φωτισμό, για την παρασκευή φαρμάκων και καλλυντικών και ήταν απαραίτητο για τους αθλητές, που το άλειφαν στα κορμιά τους στις παλαίστρες.
Οι Αθηναίοι ήταν οι διασημότεροι για την ολιγοφαγία τους, γι’ αυτό βγήκε και η έκφραση «αττικηρώς ζην».
Γενικά όμως οι αρχαίοι ήταν λιτοδίαιτοι, γι’ αυτό και είχαν αυτοχριστεί «μικροτράπεζοι» και «φυλλοτρώγες». 


ΠΩΛΗΣΗ ΑΡΤΟΥ ΖΩΓΡΑΦΙΚΟ ΔΡΩΜΕΝΟ -ΠΟΜΠΗΙΑ

Ο πολύτιμος άρτος των Αρχαίων

Τα δημητριακά αποτελούσαν την κύρια βάση της διατροφής για τους αρχαίους. Αλλά τόσο το σιτάρι όσο και το κριθάρι δεν ήταν σε αφθονία για τους Αθηναίους, έτσι αναγκάζονταν να το εισάγουν από άλλα μέρη.
Το αλεύρι από κριθάρι, ζυμωμένο σε γαλέτες ήταν το πιο συνηθισμένο καθημερινό ψωμί και ονομαζόταν μάζα.
Στη ζύμη του ψωμιού έβαζαν διάφορα καρυκεύματα, όπως μάραθο, δυόσμο και μέντα ακόμη, για να πάρει το ψωμί μια διαφορετική νοστιμάδα. Και φυσικά, έβαζαν το απαραίτητο αλάτι.
Ακόμη οι αρχαίοι είχαν τα εξής είδη ψωμιού:
Το σιμιγδαλένιο, το ψωμί από χοντράλευρο, το ψωμί από διάφορα γεννήματα, από ένα είδος σίκαλης της Αιγύπτου και το «ψωμί από κεχρί».
Λόγω της μεγάλης «αγάπης» των Αθηναίων για το ψωμί, του έδιναν διάφορα ονόματα, ανάλογα με τον τρόπο που ψηνόταν, όπως:
- «Ιπνίτης» ήταν το ψωμί που έψηναν μέσα σε θερμή σκάφη.
- «Εσχαρίτης» το ψωμί που ψηνόταν στις σχάρες.
- «Άρτο τυρόεντα» τυρόπιτα θα τον λέγαμε σήμερα.
- «Κριβανίτης άρτος» γινόταν από σιμιγδάλι.
Το «όφωρος» ήταν ένα γλύκισμα από ζύμη, σουσάμι και μέλι. Βέβαια αναφέρονται και από τους αρχαίους και διάφορα άλλα είδη ψωμιού.

.



Γνωστές επίσης ήταν και οι λαγάνες.
Και οι Αθηναίοι φουρνάρηδες είχαν καλή φήμη, για τα γλυκίσματα και τις πίτες τους.
Οι αρχαίοι εκτιμούσαν πολύ περισσότερο από εμάς σήμερα την ύπαρξη του ψωμιού, και θεωρούσαν πως η μεγάλη ποικιλία του ψωμιού ήταν πολυτέλεια, αφού συνήθιζαν να τρώνε μόνο ένα κομμάτι κριθαρένια μπομπότα.
«Εγώ προσωπικά πιστεύω πως αυτή η αγαπητή συνήθεια των αρχαίων δηλαδή η μεγάλη ποικιλία ψωμιού που χρησιμοποιούσαν οφείλεται στο ότι το κριθάρι και το σιτάρι ήταν δύο από τα κύρια γεωργικά προϊόντα της Αρχαίας Ελλάδας και 
προσπαθούσαν να τα αξιοποιήσουν όσο καλύτερα μπορούσαν». 

Εδέσματα και συνταγές. 

Οι αρχαίοι Έλληνες φρόντιζαν στα γεύματα και στα δείπνα τους, τα τραπέζια να είναι πλούσια. Αποτελούνταν συνήθως από ψωμί, γλυκίσματα, φρούτα, ελιές, πίτες, κρέατα και χορταρικά. Φυσικά και από άφθονο κρασί.
Από τα όσπρια, γνωστά στους αρχαίους ήταν τα φασόλια, οι φακές, τα ρεβίθια (που τα προτιμούσανε ψημένα), τα μπιζέλια και τα κουκιά, που τα έτρωγαν, συνήθως, σε πουρέ (έτνος).
Οι Αθηναίοι συνήθιζαν να έχουν στα σπίτια τους μεγάλη ποικιλία τροφών όπως ψωμί, λουκάνικα, σύκα, γλυκίσματα, μέλι, τυρί, τρυφερά χταπόδια, τσίχλες, σπουργίτια και άλλα πολλά.
Ένα σπίτι όμως με τόσα αγαθά θα ξεπερνούσε και τα σημερινά σούπερ - μάρκετς.
Ένα από τα πιο απαραίτητα αγαθά σ’ ένα σπίτι ήταν το λάδι. Κάτι που, όπως σημειώσαμε, ήταν απαραίτητο και στις παλαίστρες, για ν’ αλείφουν οι αθλητές τα κορμιά τους.
Φημισμένα ήταν τα λάδια της Σάμου και της Ικαρίας.
Οι αρχαίοι συνήθιζαν να βγάζουν λάδι από άγουρες ελιές, που το προτιμούσανε στις σαλάτες τους. Επίσης από τα αμύγδαλα και τα καρύδια έβγαζαν ένα είδος λαδιού, καλό για τα γλυκίσματά τους.
Από τα απαραίτητα επίσης στο καθημερινό τραπέζι των αρχαίων ήταν το γάλα και το τυρί, που ήταν όμως δύο σπάνια αγαθά. Μάλιστα οι διαιτολόγοι συνιστούσαν, για τους αθλητές, το μαλακό τυρί.
Πολλές φορές για να πήξει καλά το τυρί, έβαζαν μέσα στο γάλα, που έβραζε, ένα κωνοροειδές φυτό, κνήκον ή οκνήκος.
Φυσικά, τα σκόρδα και τα κρεμμύδια ήταν στο καθημερινό μενού. Ορισμένοι όμως θεωρούσαν αυτό το είδος διατροφής χωριάτικο (όπως το ίδιο γίνεται και σήμερα, στις μέρες μας, κάποιοι περιφρονούν πολύτιμες τροφές για τη ζωή μας, μόνο και μόνο από το άκουσμά τους, την εμφάνισή τους αλλά και την «διασημότητά» τους).
Από τα εκλεκτότερα εδέσματα ήταν οι κοχλιοί, τα σαλιγκάρια, που τα έτρωγαν οι Κρητικοί.
Τα μικρά πουλιά, σπίνους, τσίχλες, ακόμη και τους λαγούς, αφού τα ψήνανε, τα διατηρούσανε μέσα σ’ ευωδιαστό λάδι. Μάλιστα, το παραγεμίζανε με διάφορα καρυκεύματα, κάτι που συνηθίζεται και σήμερα στα χωριά της Μάνης. 



Για τους φτωχούς ανθρώπους οι σούπες ήταν το πιο συνηθισμένο καθημερινό φαγητό. Έτρωγαν βέβαια και ψαρόσουπες, που η πλούσια όμως τάξη της απέφευγε!
Ένας ζωμός που ευχαριστούσε ιδιαίτερα τον Ηρακλή ήταν ο ζωμός από μπιζέλια.
Στα χορταρικά έριχναν μια σάλτσα φτιαγμένη από λάδι, δριμύ ξύδι, διάφορα καρυκεύματα, ακόμη και μέλι.
Τα θαλασσινά που προτιμούσε ο λαός, ήταν οι σαρδέλες του Φαλήρου, το πιο συνηθισμένο θαλασσινό, μαζί με κριθαρένιο ψωμί. Αντίθετα, τα χέλια, ήταν πανάκριβα, περίπου τον 5ο αι. π.Χ.
Οι Έλληνες έτρωγαν συχνότερα ψάρι από κρέας.
Το πιο διαδεδομένο πρωινό ρόφημα, αφού βέβαια αγνοούσαν τον καφέ, ήταν το γάλα, κυρίως το κατσικίσιο, κι ένα ανακάτεμα από χλιαρό νερό και μέλι, που προκαλούσε ιδιαίτερη ευχαρίστηση.
Στις κωμωδίες του Αριστοφάνη αναφέρονται εδέσματα που μας ξενίζουν.
Στους «Ιππείς» μιλάει για «ξίγκι βοδινό ψημένο μέσα σε συκόφυλλα». Αναφέρεται επίσης ο «κάνδυλος» ένα ανακάτεμα από μέλι, γάλα, τυρί και λάδι, του «μυττωτό», ένα είδος σκορδαλιάς με πράσα, σκόρδα, τυρί και μέλι.
Βέβαια πολλοί ήταν αυτοί που στα έργα τους πρόσθεσαν «μια γεύση κουζίνας» ανέφεραν δηλαδή συνταγές και εδέσματα της εποχής, γιατί γνώριζαν πως οι αρχαίοι έχουν αδυναμία σ’ αυτά, έτσι θα έβρισκαν τα έργα τους πιο ελκυστικά.
Στις θυσίες τους ετοίμαζαν και ένα είδος πλακούντος, κάτι δηλαδή σαν πίτα, που το ‘λεγαν «πελανό». Ήταν ένα παχύρρευστο κράμα από αλεύρι, μέλι και λάδι.
Άλλα εδέσματα: «Έκχυτος», που αναφέρεται σ’ ένα επίγραμμα της Παλατινής Ανθολογίας, ήταν ένα μείγμα από αλεύρι και ψημένο τυρί, που το έριχναν σε ειδικά καλούπια και τα γέμιζαν με κρασί μελωμένο.
«Κάνδαυλος», ένα είδος φαγητού της Μικράς Ασίας, κυρίως στην περιοχή της Λυδίας, με ό,τι ερεθιστικό καρύκευμα κυκλοφορούσε.
«Μυττωτός» πίτα με τυρί, ανακατεμένο με μέλι και σκόρδα.
Βέβαια, οι πιο περίφημες πίτες ήταν της Αθήνας, καύχημα της πόλης, και γινόταν με μέλι, τυρί και λάδι, αλλά έβαζαν μέσα και διάφορα καρυκεύματα.



ΕΙΔΩΛΙΟ ΑΝΔΡΟΣ ΠΟΥ ΤΡΙΒΕΙ ΤΥΡΙ -500 Π.Χ. -ΑΡΧ ΜΟΥΣΕΙΟ ΘΗΒΑΣ.

Ακόμη, οι Αθηναίοι απέφευγαν να αρχίζουν το γεύμα τους ή το δείπνο με σούπα (γιατί πολύ πιθανόν να τους κοβόταν η όρεξη για φαγητό).
Αν και οι Αθηναίοι φρόντιζαν να μη λείπει τίποτα από το σπίτι τους, δηλαδή χρήσιμα αγαθά, όπως τρόφιμα, δεν πρέπει να ξεχνούμε την φτώχεια που επικρατούσε στην Ελλάδα και ήταν ο παντοτινός σύντροφος των Ελλήνων. Η έλλειψη και η ακρίβεια των τροφίμων ανάγκαζε πολλούς να μην πετάνε τίποτα από τα περισσεύματα των δείπνων.
Το σπαρτιατικό μενού δεν συγκινούσε βέβαια τους Έλληνες. Ακόμη και στις γιορτινές μέρες δεν ήταν τίποτα σπουδαίο. 
Έφτανε ένα βραστό χοιρινό, λίγο κρασί και καμιά πίτα γλυκιά για να ενθουσιάσει τους Σπαρτιάτες, που το καθημερινό τους ήταν μια κούπα από «μέλανα ζωμό» κι ένα κομμάτι ψωμί.
Αλλά ελάχιστοι μπορούσαν να αντέξουν τη σπαρτιατική λιτότητα. 
Γι’ αυτό και οι Σπαρτιάτες, πολύ πιθανόν να φάνταζαν ήρωες μπροστά σε κάποιους άλλους Έλληνες και συγκεκριμένα Αθηναίους που ήθελαν να ζουν μέσα στην πολυτέλεια και να μην λείπει κανένα είδος τροφής και ποτού από τα σπίτια τους
.

Λαχανικά και όσπρια. 

Τα λαχανικά στην αρχαία Ελλάδα και συγκεκριμένα στην αρχαία Αθήνα, ήταν σε σπουδαία ζήτηση, κι όχι μόνο για τους οπαδούς του Πυθαγόρα, που τα προτιμούσαν, μια κι απέφευγαν να τρώνε όσα έχουν ζωή.
Ο Πλάτων, στην ιδιωτική του ζωή ακολουθούσε την «πυθαγόρειο δίαιτα». Που ήταν μια καθαρή χορτοφαγία κι έδειχνε ευχαριστημένος τρώγοντας λαχανικά. Πίστευε πως η δίαιτα, είναι η πηγή της υγείας και των καλών ηθών, δύο παραγόντων που κάνουν τα κράτη υγιή και ρωμαλέα, υλικώς, ηθικώς και ψυχικώς.
Οι αρχαίοι Αθηναίοι όμως δύσκολα θα μπορούσαν να ακολουθήσουν τις «φυτοφαγικές» οδηγίες του Πλάτωνα αφού τα λαχανικά είχαν γίνει για τους Αθηναίους από τα σπάνια αγαθά. Πολλά σπίτια όμως, κυρίως στα περίχωρα φρόντιζαν να έχουν χωράφια, κήπους, στους οποίους καλλιεργούσαν σκόρδα, κρεμμύδια, κουκιά, φασόλια, μπιζέλια, λούπινα, βολβούς, μαρούλια, αρακά, αγκινάρες, βλίτα, ρεβίθια και φακές.
Τα μανιτάρια, τα μάραθα, τα σπαράγγια και διάφορα άλλα χορταρικά, τ’ αναζητούσαν στις ακροποταμιές, στα χωράφια και στις άκρες των δρόμων. Φαγώσιμες ήταν ακόμη και οι τρυφερές τσουκνίδες.
Φυσικά, είχαν σέλινο, άνηθο και δυόσμο, για να «καρυκεύουν» τα φαγητά τους. 

Μάλιστα στους αγώνες της Νεμέας γινόταν στεφάνωμα με σέλινο.

Τα κολοκυνθοειδή ήταν περισσότερο γνωστά στην Αίγυπτο, όπως τα πεπόνια (πέπων) και τ’ αγγούρια (σικυός). Μάλιστα υπήρχαν τριών ειδών αγγούρια, τα οποία είναι το λακωνικόν, ο σκυταλίας και το βοιωτικόν. Απ’ αυτά καλύτερα είναι τα λακωνικά όταν ποτίζονται, ενώ τ’ άλλα δεν πρέπει να ποτίζονται. Επίσης, τα αγγούρια έβγαιναν πιο δροσερά αν, πριν φυτευτούν οι σπόροι, μείνουν για λίγο μέσα στο γάλα ή σε διαλυμένο στο νερό μέλι.
Τα σκόρδα, ακόμη, ήταν απαραίτητα για τους αρχαίους αφού ήταν συμπλήρωμα για κάθε σαλάτα τους. Όπως επίσης και τα κρεμμύδια.
Γενικά τα χορταρικά τα σερβίρανε με μια σάλτσα φτιαγμένη από λαδόξυδο και διάφορα καρυκεύματα.
Οπωσδήποτε η απουσία της ντομάτας στερούσε πολλά από την Αθηναία νοικοκυρά. Τα μανιτάρια όμως, αν και ήταν νοστιμότατα και περιζήτητα, όλοι τα φοβούνταν για το δηλητήριό τους.
Παρόλα αυτά, ένα περιβολάκι γεμάτο με δέντρα και λαχανικά ήταν όνειρο για τους αρχαίους.
Ακόμη και οι βασιλιάδες το λαχταρούσαν. Συγκεκριμένα ο Άτταλος ο Γ΄, ο φιλότεχνος βασιλιάς της Περγάμου, που κληροδότησε το βασίλειό του στη Ρώμη (το 133 π.Χ.), εύρισκε ευχαρίστηση στο λαχανόκηπό του, όπου, εκτός των άλλων, καλλιεργούσε νοσκύαμο, ελλέβορο και κώνειο.
 Κάποιοι υποστηρίζουν πως καλλιεργούσε αυτά τα φυτά γιατί έκανε έρευνες για τις φαρμακευτικές τους ιδιότητες. Άλλοι όμως παρατηρούν ότι αυτό που ενδιέφερε περισσότερο το φιλότεχνο βασιλιά ήταν η δραστικότητα τους ως δηλητηρίων, που, όπως λεγόταν φρόντιζε να στέλνει στους «φίλους» του.
Οι αρχαίοι Έλληνες φαίνεται να αγαπούσαν τα λαχανικά και γι’ αυτό να λαχταρούσαν να έχουν στο σπίτι τους ένα λαχανόκηπο. 
Βέβαια, αν θεωρήσουμε πως είναι αληθές αυτό που παρατήρησαν κάποιοι για το λαχανόκηπο του Αττάλου (πως, δηλαδή ενδιαφερόταν για τη δραστικότητα των φυτών), θα καταλάβουμε πως οι αρχαίοι δε λαχταρούσαν να έχουν στο σπίτι τους όλοι ένα λαχανόκηπο για τον ίδιο λόγο. Κάποιοι, -οι περισσότεροι- τους χρειάζονται για να τραφούν από αυτούς και να ζήσουν και άλλοι για να σκοτώσουν.
Βέβαια, τα λαχανικά ήταν απαραίτητα για τη ζωή τους.
Από τα λαχανικά όμως των αρχαίων τα κουκιά είτε βρασμένα, είτε ψημένα, είτε σε πουρέ (έτνος), ήταν το πιο αηδιαστικό φαγώσιμο, για τους οπαδούς του Πυθαγόρα. Κι όχι μόνο, τα κουκιά ήταν πρόβλημα και για τους Αιγύπτιους.
Τα υπόλοιπα όμως λαχανικά ήταν νόστιμα σε όλους, πιστεύω.


ΟΙ ΚΡΟΚΟΣΥΛΛΕΚΤΡΙΕΣ
Νωγαλεύματα - μπαχαρικά.

Νωγαλεύματα έλεγαν οι αρχαίοι τα γλυκά φαγητά και γενικά κάθε λιχουδιά.
Οι Έλληνες φαίνεται να έδειχναν ιδιαίτερη προτίμηση στα αρτύματα και στα διάφορα καρυκεύματα, που έδιναν πικάντικες γεύσεις στα φαγητά τους. Έτσι ένα σπίτι της Αθήνας φρόντιζε, να έχει πάντα στα ράφια του, αλάτι (άλας), ρίγανη (ορίγανο), ξύδι (όξος), θυμάρι (θύμον), σουσάμι (σύσαμο), σταφίδες, κάππαρη, αυγά, αλίπαστα, κάρδαμο, συκόφυλλα, κύμινο, ελιές, σίλφιο, πετιμέζι, σκόρδα και διάφορα άλλα.
Ένα μενού με ορεκτικά και γλυκίσματα που θα ενθουσίαζε και τους σημερινούς καλοφαγάδες.
Ένα γλύκισμα τους ήταν βέβαια οι μελόπιτες, τις οποίες, έλεγαν γενικά «μελιτούττα». Σε προτίμηση όμως είχαν κι ένα γλύκισμα από λιναρόσπορους και μέλι, τη «χρυσόκολλα». Ένα άλλο γλύκισμα που λεγόταν «έκχυτο» φτιαχνόταν από αλεύρι και τυρί ψημένο, μέσα σε καλούπια και ήταν περιχυμένο με κρασί μελωμένο.
Επίσης ένα άλλο γλύκισμα γινόταν με αλευρωμένο γάλα, που, όταν έμπαινε σε ειδικά κύπελλα, γαρνίριζαν με μέλι και πασπαλιζόταν με σουσάμι.
Οπωσδήποτε όμως τα πιο συνηθισμένα γλυκίσματα ήταν οι γαλατόπιτες.
Από τα καρυκεύματα, το πιο περιζήτητο αλλά και το πιο σπάνιο ήταν το μαύρο πιπέρι. Επίσης στόλιζαν τα φαγητά τους με σμύρνα, κάππαρη, ρίγανη, δυόσμο, κύμινο και διάφορα άλλα.
Όμως εκείνοι οι έμποροι που τολμούσαν να φέρουν στην Αθήνα πιπέρι ή άλλα μπαχαρικά, από τις αγορές της Ανατολής, κινδύνευαν να κατηγορηθούν σαν κατάσκοποι του βασιλιά των Περσών.
Αφού παρατηρείται ακόμη πως το πιπέρι είναι ξενικό όνομα, γιατί κανένα ελληνικό όνομα, εκτός από το μέλι, δεν τελειώνει σε «ι».
Παρόλα αυτά όμως βλέπουμε πως οι Έλληνες έχουν πλούτο μπαχαρικών και γλυκισμάτων. 

Το Μέλι. 

Μια και η ζάχαρη ήταν άγνωστη στους αρχαίους, το μέλι ήταν κάτι από τα απαραίτητα για την καθημερινή διατροφή τους και βέβαια για τα γλυκίσματά τους που ήταν αγαπητά σε όλους.
Το μέλι ήταν γι’ αυτούς θείο δώρο, αφού πίστευαν πως έπεφτε από τον ουρανό, με την πρωινή δροσιά, πάνω στα λουλούδια και στα φύλλα και από εκεί το μάζευαν οι μέλισσες.
Την άποψη αυτή, σήμερα θα μπορούσαμε να τη χαρακτηρίσουμε αφελή, τότε όμως το μέλι ήταν τόσο πολύτιμο και απαραίτητο γι’ αυτούς, που κανείς δεν θα μπορούσε να σκεφθεί κάτι τέτοιο.
Τις θρεπτικές ιδιότητες του μελιού, δεν τις αγνοούσε φυσικά κανένας, γι’ αυτό, σε κάθε περίπτωση, όλο έπαινοι ακούγονταν. Κι εξυμνούσαν, κυρίως, το μέλι της Αττικής, το περίφημο θυμαρίσιο μέλι. Αυτό βέβαια δε σημαίνει πως μόνο στην Αττική υπήρχε μέλι.
Η μελισσοκομία ανθούσε σε πολλά μέρη, στα νησιά και στην Αίγυπτο.
Το μέλι ήταν τόσο σημαντικό για τους αρχαίους, που αρκετές φορές γέμιζαν μεγάλους αμφορείς με αυτό και τ’ ανακάτευαν με κρασί για να κάνουν τις σπουδές, τόσο στους θεούς που τιμούσαν, όσο και στις ψυχές των νεκρών.
Καταλαβαίνουμε έτσι, μετά από αυτό, πόσο πολύτιμη θεωρούσαν την αξία του
.
Τα φρούτα. 

Η αγάπη των αρχαίων για τα φρούτα θεωρείται φυσικά αναμφισβήτητη, αφού ήταν απαραίτητα για τη διατροφή τους. Για να υπάρχουν όμως τα φρούτα απαραίτητο ήταν το γλυκό μεσογειακό κλίμα που ευνοούσε την ανάπτυξη όλων σχεδόν των δέντρων.
Παρόλα αυτά, ορισμένα φρούτα, όμως, όπως είναι τα πορτοκάλια, τα βερίκοκα, τα μανταρίνια, τα ροδάκινα, τα τζάνερα και άλλα ήταν άγνωστα στο διαιτολόγιο των αρχαίων. Έτσι η πληθώρα των φρούτων, που κατακλύζουν σήμερα τις αγορές, ήταν βέβαια κάτι το αδιανόητο για αυτούς.
Η αγάπη για τα φρούτα όμως έπεισε πολλούς ποιητές, ότι αξίζει ν’ αφιερωθούν μερικοί στίχοι σ’ αυτά.
Ακόμη, οι αρχαίοι συγγραφείς έλεγαν κάρυα όλους τους καρπούς με τον σκληρό φλοιό.
Η Δαμασκός της Συρίας, αναφέρουν κάποιοι πως ονομάστηκε έτσι από τα καλά δαμάσκηνα που έβγαιναν στα μέρη της.
Οι Ρόδιοι και οι Σικελοί έλεγαν τα δαμάσκηνα «βράβυλα», άλλοι τα έλεγαν «κοκκύμπλα», ενώ ένας ποιητής-συγγραφέας ο Θεόφραστος ο Συρακόσιος μιλάει για «δαμάσκηνα και σποδιάς», ένα είδος από άγρια δαμάσκηνα.
Τα μήλα ήταν επίσης γνωστά στους αρχαίους, όχι όμως με την πλούσια ποικιλία που παρουσιάζονται σήμερα στην αγορά.
Τα γλυκά μήλα τα έλεγαν «Ορβικλάτα» και τα πιο ζουμερά «σητάνια» ή «πλατάνια».
Περίφημα ήταν τα μήλα της Κορίνθου, που παλαιότερα λέγονταν και Εφύρη ή Εφύρα.
Πάντως, η πορτοκαλιά, που πατρίδα της θεωρείται η νοτιοανατολική Ασία, ήταν άγνωστη για τους αρχαίους αφού έγινε γνωστή στην Ευρώπη το 16ο αιώνα.
Ένα άλλο φρούτο που υπήρχε, όμως, στην αρχαία Ελλάδα ήταν τα κυδώνια που τα έλεγαν «στρουθία» και «κοδύματα».
Τα ροδάκινα που ήταν γνωστά στους Πέρσες ονομάζονταν «κοκκύμπλα», με το ίδιο όμως όνομα αναφέρονται και τα δαμάσκηνα.
Από τα πιο περιζήτητα φρούτα ήταν βέβαια τα σταφύλια, αλλά όσοι τα καλλιεργούσανε τα βλέπανε περισσότερο σαν κρασί.
Το πιο αγαπημένο φρούτο των αρχαίων ήταν όμως τα σύκα.
 Και τα πιο περίφημα ήταν τα σύκα της Αττικής, κάτι που ύμνησαν αρκετοί. Γι’ αυτό και ο Ίστρος (ένας γραμματικός, ποιητής και ιστορικός από την Κυρήνη) λέει στα «Αττικά» ότι «τα σύκα της Αττικής, που θεωρούνται και τα καλύτερα, δεν πρέπει να εξάγονται, ώστε να τα απολαμβάνουν μόνο οι Αθηναίοι...». Ακόμη αναφέρει, πως πολλοί όμως έκαναν μυστικά την εξαγωγή.
Η αγάπη και η εκτίμηση των αρχαίων για τα σύκα ασφαλώς μας εντυπωσιάζει, αφού πολλοί ποιητές και συγγραφείς έχουν αναφερθεί με πολύ μεγάλο θαυμασμό σ’ αυτά.
Τα σύκα υπήρχαν σε αφθονία και σε μεγάλη, για εκείνη την εποχή, ποικιλία. Τα πιο γνωστά ήταν τα χελιδώνια σύκα, οι αγριοσυκιές γενικά, οι λευκοαγριοσυκιές, οι φιβαλέους και οι οπωροβασιλίδας. Γνωστά επίσης ήταν τα ασπρόσυκα τα οποία τα έλεγαν «λευκερινεά» και μερικά που είχαν ξινή γεύση «οξάλια».
Φημισμένα ήταν και τα ροδίτικα σύκα, που ο Σαμιώτης κωμωδιογράφος Λυγκεύς τα συγκρίνει, στις «Επιστολές» του, με τα σύκα της Αττικής.
Αλλά και τα σύκα της Πάρου τα σύγκριναν με άλλα αγριόσυκα για να φανεί η νοστιμάδα τους.
Στην αρχαία Ελλάδα υπήρχαν διάφορα είδη σύκων.
Ο Φιλήμων, στις «Αττικές λέξεις», αναφέρεται στα βασιλικά σύκα.
Στην Αχαΐα ήταν συκιές που ωρίμαζαν το χειμώνα και οι καρποί τους λέγονταν «κοδώνια σύκα».
Μερικές συκιές καρποφορούσαν δύο φορές το χρόνο, και λέγονταν «δίφορες». Μερικοί μάλιστα συζητούσαν και για τρίφορη συκιά (φρούτα τρεις φορές το χρόνο) που έβγαινε όμως μόνο στη νήσο Κέα. Το σύκο ήταν τόσο αγαπητό στους αρχαίους αλλά και στους απογόνους τους, που έχουν πάρει το όνομα του αρκετά χωριά στην εποχή μας. 




Τα κρασιά. 

Το κρασί ήταν κάτι το απαραίτητο στα γεύματα των αρχαίων και βέβαια στα συμπόσια, όπου έρεε άφθονο. Όμως δεν έπιναν το κρασί όπως εμείς, αλλά νερωμένο, όχι μόνο με γλυκό αλλά και με θαλασσινό νερό, αφού απέφευγαν να το πίνουν, όπως φαίνεται, ανέρωτο (άκρατος οίνος, όπως το έλεγαν). Βέβαια, έδιναν μεγάλη σημασία στην αναλογία του νερού με το κρασί αφού τους ήταν πολύ αγαπητό και δεν έπρεπε να γίνει κανένα απολύτως λάθος.
Η αναλογία λοιπόν με το νερό ήταν, συνήθως, στο μισό ή τρία μέρη νερό και δύο κρασί. Το νερό, ανάλογα με την εποχή, ήταν χλιαρό ή κρύο.
Μερικές φορές έριχναν μέσα και παγάκια, που τα έφερναν από τα βουνά και τα διατηρούσανε μέσα σε άχυρα.
Βέβαια, το παγωμένο κρασί ήταν μια πολυτέλεια. Τα δροσερά πηγάδια, έτσι, ήταν σχεδόν απαραίτητα αφού χρησίμευαν, φυσικά, για ψυγεία και τα καλά σπίτια φρόντιζαν να έχουν τους ειδικούς κάδους (ψυκτήρες) όπου έβαζαν και χιόνι για να παγώνει, όχι μόνο το κρασί αλλά και το νερό.
Οι αρχαίοι, ακόμη, έβαζαν συχνά μέσα στα κρασιά τους και διάφορα αρώματα, όπως θυμάρι, μέντα, γλυκάνισο, δεντρολίβανο, μυρτιά, ακόμη και μέλι, αλλά ποτέ ρετσίνα. Ένα τόσο ευωδιαστό κρασί έπαιρνε και το χαρακτηριστικό του όνομα, το έλεγαν «τρίμα».
Ακόμη, έφτιαχναν το κρασί με διαφορετικούς τρόπους, από τους σημερινούς, γεγονός που δείχνει πόσο εξελίχθηκε με τα χρόνια η παρασκευή του κρασιού.
Ο τρύγος λοιπόν γινόταν με συνοδεία αυλού που ρύθμιζε τις κινήσεις κι ήταν, όπως άλλωστε και σήμερα, ένα πολυήμερο πανηγύρι.
Τα σταφύλια τα έβαζαν σε μέρος που να τα βλέπει καλά ο ήλιος, για να φύγει το νερό που είχαν μέσα τους. Ύστερα τα πατούσαν, πάλι με χορούς και τραγούδια, κι άφηναν το μούστο να βράσει πέντε μέρες, μέσα σ’ ένα μεγάλο πιθάρι, τοποθετημένο σε σκιερό μέρος. Κατόπιν μάζευαν το γλυκό υγρό απ’ τον αφρό, που ήταν γεμάτο ζάχαρη, κι αποθήκευαν το μούστο σε πιθάρια που, πολλές φορές, τα έβαζαν μέσα στη γη. Τα σκέπαζαν και περίμεναν να μπει για καλά ο χειμώνας, για να τ’ ανοίξουν. Αρκετοί πάντως είχαν την υπομονή να περιμένουν μέχρι την άνοιξη, οπότε το κρασί ψηνόταν καλύτερα. Ο τρύγος ήταν ένα από τ’ αγαπημένα θέματα για πολλούς αρχαίους. Αρκετοί συγγραφείς έχουν αφιερώσει στίχους και σ’ αυτόν. 




Οι Αθηναίοι πάντως φρόντιζαν ν’ ανοίγουν τα πιθάρια τους την πρώτη μέρα των Ανθεστηρίων, και ο κάθε νοικοκύρης, με το πρώτο κιόλας ποτήρι, έκανε σπονδή στο Διόνυσο, τον αγαπητό τους θεό, του κρασιού.
Ο κάθε τόπος στην αρχαία Ελλάδα είχε και το δικό του τρόπο παρασκευής του κρασιού.
Για να διατηρήσουν το μούστο, όμως, όλοι έριχναν μέσα και νερό αλατισμένο, όπως και διάφορα αρώματα. Και πολλές φορές έψηναν το μούστο σε σιγανή φωτιά.
Στη ρόδο και στην Κω όμως έβαζαν μέσα στο μούστο θαλασσινό νερό, γιατί πίστευαν ότι το κρασί που θα γίνει μ’ αυτό τον τρόπο δεν θα φέρει εύκολα τη μέθη και θα είναι πιο εύκολο στη χώνεψη.
Η μέθοδος αυτή έγινε αιτία να υποστηριχθεί, από κάποιους αρχαίους συγγραφείς, ότι, κατά το μύθο «φυγή του Διονύσου» στη θάλασσα σήμαινε κι ένα τρόπο οινοποιίας, που ήταν γνωστός από παλιά. Δηλαδή, η ανάμειξη του γλεύκους (μούστου), που εκπροσωπείται από το θεό Διόνυσο ή Βάκχο, με το θαλασσινό νερό.
Πολλοί μάλιστα -όπως ο Όμηρος- επαινούν και το κρασί του Μάρωνος από τη Θράκη γιατί βάζουν μέσα πολύ νερό.
Στην αρχαία Ελλάδα όμως τα γνωστότερα είδη κρασιού ήταν τέσσερα. Το άσπρο, το κιτρινωπό, το μαύρο και το κόκκινο.
Το άσπρο κρασί ήταν το ελαφρότερο, αρκετά χωνευτικό και διουρητικό, το κιτρινωπό, προς το ξανθό, είχε πιο ξινή γεύση, ενώ το μαύρο και το κόκκινο, που συνήθως είχαν γλυκιά γεύση, ήταν και τα πιο περιζήτητα.
Φυσικά τα παλιά κρασιά ήταν και τα καλύτερα, όπως άλλωστε και σήμερα. Γενικά πάντως πιστεύανε ότι όσο πιο παλιό είναι ένα κρασί τόσο πιο χωνευτικό και πιο ελαφρύ είναι.
Η αγάπη των αρχαίων για το κρασί ήταν μεγάλη, έτσι φρόντιζαν να υπάρχει τις περισσότερες φορές στο τραπέζι τους. Συγκεκριμένα πριν από το δείπνο ή το γεύμα, οι αρχαίοι ανακάτευαν το κρασί με το νερό σ’ ένα μεγάλο αγγείο, τον κρατήρα. Και οι δούλοι έπαιρναν το κρασί απ’ τον κρατήρα με μακριές κουτάλες, πήλινες, ξύλινες ή μεταλλικές, αλλά και με μια κανάτα μπορούσαν να γεμίσουν τα κύπελλα ή ποτήρια των καλεσμένων σε ένα τραπέζι.
Το κρασί αφού ήταν τόσο αγαπητό στους αρχαίους χρησίμευε βέβαια και για τις σπουδές, στις διάφορες θρησκευτικές τελετές. Μερικές φορές όμως η λατρεία ορισμένων θεοτήτων απέκλειε το κρασί, οπότε οι σχετικές σπουδές γίνονταν ακόμη και με γάλα! Είχαν όπως φαίνεται και τις προλήψεις τους όταν έπιναν ή χρησιμοποιούσαν το κρασί.
Το γεγονός όμως ότι οι Έλληνες αγαπούσαν τόσο πολύ το κρασί εξηγεί το λόγο για τον οποίο υπήρχαν τόσοι σπουδαίοι κρασότοποι στην Ελλάδα.
Το χιώτικο κρασί, παράδειγμα, που τ’ ονόμαζαν «αριούσιο», ήταν από τα ακριβότερα κρασιά στο εμπόριο και είχε μεγάλη φήμη. Όπως και το κρασί της Λέσβου που θεωρείται πολύ καλό. Καλά κρασιά ήταν ακόμη, τα κρασιά της Μυτιλήνης που οι Μυτιληναίοι τους έδιναν γλυκιά γεύση και τα ονόμαζαν πρόδρομα (τα πρώιμα) και πρότροπα (από απάτητα σταφύλια). Πασίγνωστα ήταν ακόμη τα κρασιά της Μένδης (παραλία πόλης της δυτικής ακτής της χερσονήσου Παλλήνης) όπου ράντιζαν τα σταφύλια, πάνω στα κλήματα, με το ελατήριο ή καθάρσιο (χυμός από άγρια αγγούρια) για να βγει μαλακό το κρασί. Και τέλος σε σπουδαία ζήτηση ήταν το κρασί της Ικαρίας που λεγόταν πράμνιο και δεν ήταν ούτε γλυκό, ούτε παχύ, αλλά στυφό και άγριο, με ιδιαίτερα εξαιρετική οσμή.
Τα κορινθιακά κρασιά αντίθετα όμως δεν ήταν σε ζήτηση γιατί όπως έλεγαν ήταν κρασιά βασανιστήρια και παράξενα.

Καλή φήμη δεν είχε όμως και το κρασί που φτιαχνόταν στα περίχωρα της Κερυνίας της Αχαΐας, αφού δημιουργούσε προβλήματα στις εγκύους.
Αλλά και για το κρασί της Θάσου λεγόταν πως καταπολεμούσε την αϋπνία, αλλά έφερνε και ύπνο!
Παρόλα αυτά τα καλύτερα κρασιά όπως υποστήριζαν και οι Ρωμαίοι ήταν τα ελληνικά, και από τα πιο περίφημα, του κυρίως ελληνικού χώρου, ήταν της Πεπαρήθου (Σκοπέλου), της Νάξου, της Λήμνου, της Ακάνθου (Θράκης), της Ρόδου και, από τα μικρασιατικά, της Μιλήτου.
Εκτός της κυρίως Ελλάδας ξεχώριζαν ακόμη το «χαλυβώνιο» κρασί της Δαμασκού, με κύριο προμηθευτή τη βασιλική αυλή της Περσίας, καθώς και τα φοινικικά κρασιά.
Περίεργο πάντως είναι το γεγονός πως οι αρχαίοι Έλληνες αγνοούσαν ή απέφευγαν το ζύθο, το εθνικό ποτό των Αιγυπτίων, που γινόταν από κριθάρι ή σίκαλη και από χουρμάδες, παρά τις τόσες συναλλαγές που είχαν.
Πάντως, η αρχαία Ελλάδα όπως φαίνεται είχε μεγάλη ποικιλία κρασιών, έτσι, επόμενο ήταν τα κρασιά να παίρνουν μια από τις πρώτες θέσεις στις αγορές του αρχαίου κόσμου.
Η μεγάλη αυτή ποικιλία κρασιών οδήγησε πρώτα τους Έλληνες και στη συνέχεια τους Ρωμαίους να ιδρύσουν τα «εμπορεία», όπου μπορούσε κανείς ν’ ανταλλάξει σκλάβους με τα καλύτερα κρασιά.
Πολλές περιοχές που είχαν άφθονα κρασιά φρόντιζαν για την εξαγωγή τους.
Όσα κρασιά ήταν να περάσουν στο εμπόριο φυλάγονταν μέσα σε μεγάλα και κατάλληλα πιθάρια, ενώ τα σπιτικά κρασιά ή όσα πήγαιναν στην κοντινή αγορά τα έβαζαν σε ασκούς από χοιρινά ή κατσικίσια δέρματα.
Τα πιθάρια είχαν πάνω τους και μία ειδική σφραγίδα με τ’ όνομα του εμπόρου καθώς και των τοπικών αρχόντων της περιοχής.
Η εισαγωγή και η εξαγωγή όμως των κρασιών ήταν κανονισμένες, κυρίως στο νησί Θάσο, με ειδικούς νόμους που τιμωρούσαν τις απάτες και νοθείες, εξασφαλίζοντας έτσι ένα πραγματικό «προστατευτισμό».
Μέσα από όλα αυτά καταλαβαίνουμε πως το κρασί αντιπροσώπευε τους αρχαίους Έλληνες και αυτοί το λάτρευαν αφού ήταν απαραίτητο για τη ζωή τους
.

Το κυνήγι. 

Το κυνήγι, κυρίως με τα τόξα, το αγαπούσαν όλοι οι... πολεμιστές, αφού ήταν άφθονο στην αρχαία εποχή και υπήρχαν μεγάλες εκτάσεις όπου δεν πατούσε ανθρώπινο πόδι.
Τα δολώματα που χρησιμοποιούσαν ήταν κυρίως μικρά πιτσούνια και τυφλωμένα περιστεράκια!
Οι αρχαίοι έτρωγαν όχι μόνο τα περιστέρια αλλά όλα τα πετούμενα, ακόμη και τα μικρά σπουργίτια, εκτός απ’ τα κοράκια, με το σκληρό και στυφό κρέας τους. Απέφευγαν όμως να τρώνε και τα ορτύκια, αφού τα φυλάγανε για τις αξιολάτρευτες ορτυκομαχίες τους μια και το χρήμα είχε και αυτό την τιμητική του θέση στην κοινωνία.
Τα προϊόντα του κυνηγιού ήταν ακόμη, κυρίως, τσίχλες, συκοφάγοι, κοτσύφια, πέρδικες, ψαρόνια, αγριόπαπιες, χήνες κ.λ.π.
Αλλά από τα πιο ζηλευτά θηράματα ήταν οι αγριόχοιροι, τα ελάφια και τα ζαρκάδια, που ζούσαν τότε σ’ όλα τα ελληνικά βουνά.
Τέλος, τα αγαθά του κυνηγιού θεωρούνταν βέβαια από τους αρχαίους ως τα πιο νόστιμα.
Η διατροφή των αρχαίων Ελλήνων όπως φαίνεται ήταν πλήρης αν αναλογιστούμε τις τροφές που υπήρχαν τότε. Και οι Έλληνες δείχνουν να ήταν περισσότερο καλοφαγάδες παρά λιτοδίαιτοι, αφού στα συμπόσια τους τις περισσότερες φορές, αν όχι πάντα, τα τραπέζια ήταν γεμάτα από πλήθος διαφόρων τροφών, και γευμάτων.
Εξάλλου, οι αρχαίοι έλεγαν πως ένα υγιές και καλό μυαλό πρέπει να βρίσκεται μέσα σε ένα υγιές σώμα. Δηλαδή όσο σημαντικό θεωρούσαν την πνευματική καλλιέργεια του ανθρώπου, τόσο σημαντικό θεωρούσαν και την καλή και σωστή διατροφή του.
Η εργασία αυτή με βοήθησε αρκετά να μάθω περισσότερα απ’ όσα γνώριζα για το διαιτολόγιο των προγόνων μας. Ήταν για μένα αρκετά σημαντική αφού μου πρόσφερε αρκετές πληροφορίες και γνώσεις για τη ζωή, γενικά, των αρχαίων Ελλήνων.
Και, πραγματικά, γνώρισα καλύτερα όχι μόνο τις διατροφικές επιλογές των αρχαίων Ελλήνων αλλά και τον τρόπο ζωής τους, γιατί πιστεύω πως μέσα από τη διατροφή κάποιου λαού μπορείς να καταλάβεις, λιγότερο ή περισσότερο, και τις καθημερινές του συνήθειες.

ΕΠΕΞΗΓΗΣΕΙΣ 
 Η καταγωγή των ζυμαρικών είναι μία πολύπλοκη ιστορία με πολλούς μύθους και αντιφάσεις. Η Ελληνική Μυθολογία αναφέρει ότι ο Ήφαιστος δημιούργησε ένα εργαλείο που έφτιαχνε ¨κορδόνια από ζύμη¨.
Οι ρίζες των ζυμαρικών χάνονται στους αιώνες, δεδομένου ότι αρχαίοι Έλληνες και Ρωμαίοι ετοίμαζαν πιάτα που έμοιαζαν πολύ με τα σημερινά μακαρόνια, με τη διαφορά ότι γίνονταν ψητά και όχι βραστά. Τα βασικά συστατικά τους όμως, το σιτάρι και το νερό, είναι τόσο κοινά που είναι δύσκολο να τους αποδοθεί μία και μόνη καταγωγή. Το όνομα ¨μακαρόνια¨ πιθανόν να προέρχεται από το ελληνικό ¨μακαρία¨. Πράγματι είναι γνωστό οτι οι αρχαίοι Έλληνες ετοίμαζαν αποξηραμένα παρασκευάσματα από αλεύρι που άφηναν μαζί με λάδι και κρασί στους τάφους των νεκρών (των μακάρων). Κατ’ άλλη εκδοχή μπορεί να προέρχεται από το λατινικό¨amaccare¨(= κόβω).
Στο Βυζάντιο, τα ζυμαρικά σερβίρονταν ως γλυκό με μέλι και κανέλλα. Συνέχεια αυτής της γαστρονομικής συνήθειας είναι τα Χριστουγεννιάτικα ¨μελομακάρονα¨.
Ο ευρύτατα διαδεδομένος θρύλος ότι τα μακαρόνια έφερε στην Ιταλία ο Μάρκο Πόλο με την επιστροφή του από την Άπω Ανατολή τον 13ο αιώνα απορρίπτεται πλέον από τους μελετητές.
Η πρώτη αναφορά στην ύπαρξη των ζυμαρικών χρονολογείται γύρω στο 1000 π.χ., στην αρχαία Ελλάδα, όπου η λέξη “λάγανον” περιέγραφε μία φαρδιά πλακωτή ζύμη από νερό και αλεύρι, την οποία έκοβαν σε λωρίδες. Η ζύμη αυτή μεταφέρθηκε και στην Ιταλία από τους πρώτους Έλληνες έποικους γύρω στον 8ο αιώνα π.χ., και μετονομάστηκε σε “laganum” στα λατινικά, τα σημερινά Λαζάνια. Το γεγονός πιστοποιείται από Λατίνους συγγραφείς όπως ο Κικέρων, ο Οράτιος και από τον περίφημο καλοφαγά Απίκιο, ο οποίος στην πρώτη ίσως συμπληρωμένη μαγειρική στην ιστορία περιγράφει αυτοκρατορικά γεύματα με “laganum”.
Η πρώτη όμως χειροπιαστή απόδειξη για την ύπαρξη των ζυμαρικών ανήκει σε ευρήματα που ανακαλύφθηκαν σε τοιχογραφίες του 4ου αιώνα π.χ., σε οικισμό των Ετρούσκων βόρεια της Ρώμης, όπου αναπαριστούνται διάφορα σκεύη για το βράσιμο νερού, μία επιφάνεια για την ανάμιξη νερού με αλεύρι, ένας κυλινδρικός πλάστης και ένα εργαλείο κοπής, παρόμοιο με αυτό που χρησιμοποιείται σήμερα για να κόβουμε τα ζυμαρικά.

ΤΕΛΟΣ Α ΜΕΡΟΥΣ